ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ:
επτά κινήσεις 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ

Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η κίνηση ενός χορευτή αποτελεί ένα από τα σημαντικά στοιχεία κατά τη δημιουργία μιας χορευτικής παράστασης και μέχρι πρότινος συγκέντρωνε το μέγιστο ενδιαφέρον στις μεθόδους ανάλυσης του χορού. Εκτός από την κίνηση, όμως, κι άλλα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν και συνδέθηκαν με την κίνηση του χορευτή και αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία ο χορός δημιουργείται, παίρνει υπόσταση και αποκτά την ταυτότητά του. Αυτά τα στοιχεία είναι:

  • Ο χορευτής ή ο συμμετέχων: το γένος του, το κοστούμι, η φυσική μορφή του σώματός του, το ύψος, το βάρος, η κατάρτιση, η φήμη του.
  • Η κίνηση: το σώμα, η οργάνωσή του και η χρήση του, οι κατηγορίες δράσης ή ενεργειών για τη διεξαγωγή μιας κίνησης, η δυναμική, δηλαδή η ποιότητα της κίνησης, ο χώρος που διαγράφει το σώμα και, τέλος, οι σχέσεις μεταξύ δύο ή πολλών χορευτών ή του χορευτή και ενός αντικειμένου ή, ακόμα, ενός χορευτή με τα ίδια τα μέλη του σώματός του.
  • Ο ήχος: η μουσική σύνθεση, γνωστή ή άγνωστη, ή ο καθημερινός ήχος, που έχει προέλευση από τη φύση ή είναι μηχανικός, ή ο ήχος που προέρχεται από το σώμα ή από το κοστούμι.
  • Ο περιβάλλων χώρος: το πού γίνεται το χορευτικό γεγονός, σε χώρο κλειστό, π.χ. γυμναστήρια, στάδια, αίθουσες κ.ά., σε χώρο υπαίθριο, π.χ. πλατείες, δρόμοι, θάλασσες, δάση κ.ά., σε θέατρο, και το πώς είναι διαμορφωμένος ο χώρος από τα σκηνικά αντικείμενα, το φωτισμό και τα πολυμέσα.

Αυτά τα στοιχεία αποτελούν τη φύση του μέσου του χορού (strands of the dance medium) ή τα στοιχεία που συντελούν στη δημιουργία μιας παράστασης.

Έχουν χρησιμοποιηθεί από χορογράφους με διαφορετικούς τρόπους και έχουν αναλυθεί από ερευνητές του χορού και από κριτικούς. Διαφορετικές χορογραφικές διαδικασίες δημιούργησαν τις μεθόδους που χρησιμοποιούν ανεξάρτητοι καλλιτέχνες ή σχολεία καλλιτεχνών για να δώσουν μια φόρμα σε μια αυθεντική ιδέα και ένα προσωπικό ύφος χορογραφίας. Η χρήση των μεθόδων αυτών είναι πολιτισμικό φαινόμενο που πηγάζει από μια συμβιωτική σχέση μεταξύ δημιουργών και πολιτισμού, οι οποίοι βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση.

Μεγάλοι καλλιτέχνες του χορού ανέπτυξαν αυτό που θεωρείται προσωπική χρήση των μεθόδων ή προσωπική χορογραφική διαδικασία, όπως η Martha Graham, ο Merce Cunningham, η Pina Bausch, ο Frederick Ashton, η Mary Wigman, ο Steve Paxton, ο William Forsythe. Καθένας από αυτούς επηρεάστηκε από το κοινωνικό, πολιτικό και αισθητικό περιβάλλον της εποχής στην οποία έζησε και ανταποκρίθηκε σε αυτό. Ενσωμάτωσε και παρουσίασε μέσω της δουλειάς του μια μοναδική μείξη των στοιχείων της παράστασης και των συμβόλων, τα οποία εξετάστηκαν, ανταλλάχθηκαν, κατανοήθηκαν και κρίθηκαν. Τα στοιχεία αυτά συλλειτουργούν και συνευρίσκονται σε μια δυναμική αλληλεπίδραση, προσωπική για τον κάθε χορογράφο, δημιουργώντας ένα σύνθετο πολυσήμαντο και πολυσημειολογικό ιστό σχέσεων μέσω του οποίου δομείται ο χορός.

Ο ρόλος και η σημασία τού κάθε στοιχείου σε σχέση με τα άλλα σε μια παράσταση, π.χ. το κινητικό λεξιλόγιο, η μουσική, ο φωτισμός, η τεχνολογία κτλ εξαρτώνται από το συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο θα παρουσιαστούν. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν τη φόρμα του χορευτικού κομματιού και συμβάλλουν το καθένα ώστε να δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον για το συγκεκριμένο χορευτικό έργο. Ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται βοηθά ώστε να παρουσιαστεί η πρόθεση του χορογράφου και του χορευτή ως προς την κίνηση, να ενδυναμωθεί και να εμπλουτιστεί η ιδέα της χορευτικής δουλειάς, με σκοπό να επιτευχθεί η επικοινωνία με το κοινό.

Η πρακτική του χορού σήμερα περιλαμβάνει χορευτικά γεγονότα ή χορογραφίες, καθιερωμένα χορευτικά στιλ, κινητικά λεξιλόγια ή τεχνικές χορού και καθημερινή κίνηση ή συμπεριφορά. Αυτά τα διαφορετικά είδη κίνησης συνδυάζονται με το μέσο του χορού και δημιουργούν το προσωπικό ύφος. Η ποικιλία, η πολυπλοκότητα και οι πολλαπλές σημασίες του τρόπου σύνδεσης των στοιχείων που απαρτίζουν μια παράσταση δημιούργησαν την ανάγκη για αναλυτικές μεθόδους παρατήρησης και καταγραφής, καθώς και για θεωρίες που να εξηγούν και να υποστηρίζουν την πράξη. Όπως σε όλες τις τέχνες, έτσι και στο χορό, η οπτική του δημιουργού, αλλά και τα αισθητικά κριτήρια, διαφοροποιούνται και μεταβάλλονται και, ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια, οι αλλαγές που συμβαίνουν με ταχύτατους ρυθμούς υπαγορεύουν μια πρισματική προσέγγιση.

Αυτό το βιβλίο εξετάζει τόσο τη θεωρία, όσο και τη πράξη του χορού. Έτσι, συζητούνται αφενός θέματα θεωρητικά, που αφορούν σε ερωτήματα σχετικά με το τι είναι τέχνη και, ειδικότερα, η τέχνη του χορού, πώς γίνεται η ερμηνεία και η αξιολόγησή της και ποιο είναι το πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιό της. Αφετέρου συζητούνται θέματα που αφορούν στο στήσιμο μιας παράστασης, όπως η πρόθεση του χορογράφου, η σχέση μουσικής και κίνησης, χορού και τεχνολογίας, καθώς και οι μέθοδοι οργάνωσης και παραγωγής χορευτικών εκδηλώσεων. Στοιχεία ουσιαστικά και απαραίτητα το καθένα, εφόσον η χορευτική δράση προβάλλεται μέσω της φυσικής παραστατικής λειτουργίας ή μέσω της εικονικής ή με συνδυασμό των δύο.

Δρ. Κάτια Σαβράμη,
Χορολόγος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η πράξη του χορευτή είναι κράμα φαντασίας, θέλησης, τεχνικής, εμπειρίας, επιμονής και προσήλωσης. Με αυτόν τον τρόπο, μια σκηνική χορευτική πραγματικότητα γίνεται αισθητική και έντεχνη.

Η αισθητική στην τέχνη είναι αυτό που η θεωρία καταγράφει ως προσαρμοσμένη μάθηση, παιδεία, γνώση. Ο στόχος είναι ο ίδιος σε όλες τις τέχνες: καταγραφή, κατάταξη του χαρακτήρα, της μορφής και του ύφους, αναζήτηση της θέσης του χορού σε σχέση με τις άλλες τέχνες. Σε τελική ανάλυση, είναι η ανάπτυξη της εμπειρικής γνώσης του καλλιτέχνη δημιουργού σε γνώση θεωρητική.

Από τα χορογραφικά θεάματα, οι θεατές προσδοκούν όχι μόνο περιεχόμενο, αλλά και αρτιότητα μορφής και εκτέλεσης.

Είναι λίγα τα χρόνια που η Ελλάδα ασχολείται με το μεγάλο αυτό πρόβλημα της προσέγγισης στην εκπαίδευση του χορού. Ελάχιστοι ήταν οι σκεπτόμενοι άνθρωποι ταυ κλάδου που πρωτοστάτησαν στην προσπάθεια της ολοκληρωμένης μόρφωσης του χορευτή και της χορεύτριας.

Μέχρι σήμερα, η ελληνική χορευτική παιδεία δε βοηθά το σπουδαστή να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, το σώμα του, τις ιδιαίτερες, προσωπικές του σωματικές και νοητικές λειτουργίες. Η επιβολή ατέλειωτων ωρών εξαντλητικής εξάσκησης; αποβαίνει σε βάρος της ανάδειξης και συνειδητοποίησης των προσωπικών ιδιαιτεροτήτων του χορευτή και οδηγεί στην κατασπατάληση και κατάχρηση του μυϊκού του δυναμικού. Η ελληνική χορευτική εκπαίδευση πάσχει επίσης από βιβλιογραφική ανεπάρκεια, που συνέπεια έχει την παραγωγή δασκάλων με ελλιπείς θεωρητικές γνώσεις. Η συμβολή των επτά μελετημάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν τον τόμο είναι σχεδόν αυτονόητη, η ενασχόληση επτά νέων χορευτών και χορογράφων με τη θεωρία της τέχνης είναι παρήγορη και ελπιδοφόρα. Η ελληνική χορευτική εκπαίδευση μπορεί στο μέλλον να προσβλέπει στη δημιουργία μιας δικής της θεωρητικής ταυτότητας.

Λένα Ζάμπουρα,
Χορογράφος-Δασκάλα χορού

Επιστροφή στη Σειρά "Τέχνες"