ΙΩΝ

Και αυτού του έργου του Ευριπίδη φαίνεται προβληματική η χρονολόγηση. Μερικοί μελετητές το τοποθετούν γύρω στο 418 π.Χ. πιθανότερη όμως μοιάζει η άποψη άλλων, που με βάση δομικά στοιχεία ιδίως την ανάλυση των τριμέτρων, προκρίνουν το 413 ή το 414 π.Χ.

Η μορφή του Ίωνα μας είναι γνωστή από μια παράδοση που διασώζει ο Ηρόδοτος: Ήταν γιος του Ξούθου, στρατηγός των Αθηναίων, και από αυτόν οι τελευταίοι ονομάστηκαν Ίωνες. Παραμένει όμως αβέβαιο αν η πατρότητα του Απόλλωνα ήταν επινόηση του Ευριπίδη ή αν υπήρχε στην παράδοση.

Με προλογική ρήση ανήκει στον Ερμή, που αφηγείται πως ο Απόλλωνας έσμιξε με την Κρέουσα στη βόρεια πλαγιά της Ακρόπολης και εκείνη γέννησε κρυφά το παιδί τους και το άφησε έκθετο, σπαργανωμένο μέσα σε ένα καλάθι, στον τόπο της ένωσής της με το θεό. Ο Ερμής με εντολή του Απόλλωνα μετέφερε το παιδί στους Δελφούς, όπου το μεγάλωσε η Πυθία, και τώρα έφηβος ορίστηκε νεωκόρος του μαντείου. Η Κρέουσα παντρεύτηκε τον Ξούθο, σύμμαχο των Αθηναίων από την Εύβοια, αλλά ο γάμος τους έμεινε άκαρπος. Γι’ αυτό έρχονται τώρα στους Δελφούς ζητώντας να τους βοηθήσει κάποιος χρησμός. Ο Απόλλωνας σχεδιάζει να παρουσιάσει τον Ίωνα για πραγματικό παιδί του Ξούθου, με την πρόθεση να αναγνωριστεί στην Αθήνα με τη μεσολάβηση της μητέρας του. Από το ιερό βγαίνει ο Ίωνας και ο Ερμής αποσύρεται σε μια δαφνοσκεπασμένη κρυψώνα, για να παρακολουθήσει από εκεί αθέατος τις εξελίξεις.

Ο νέος εκτελεί μια μονωδία, όπου μέσα σε ένα διάφανο δελφικό πρωινό εκφράζει τη χαρά του που του δόθηκε η χάρη να υπηρετεί το θεό του, και υστέρα συγκεντρώνεται στα καθήκοντα του: Σκουπίζει τα σκαλοπάτια του ναού και στο τέλος προσπαθεί με μιμητικές κινήσεις να διώξει μακριά από το ιερό διάφορα πουλιά.

Στην Πάροδο ο Χορός, από γυναίκες της Αθήνας που συνοδεύουν την Κρέουσα, θαυμάζει τα γλυπτά του ναού ονομάζοντας διάφορες μορφές. Στο τέλος της Παρόδου ο Ίωνας απαντάει σε ερωτήσεις του Χορού και δίνει οδηγίες για τη θυσία πριν από την είσοδο στο ιερό, ενώ αναγγέλλεται και η άφιξη της Κρέουσας.

Στο Α’ επεισόδιο, σε μια από τις ωραιότερες σκηνές του Ευριπίδη, αντιπαραθέτονται μητέρα και γιος, άγνωστοι ακόμα μεταξύ τους, και αναπτύσσεται μια αυθόρμητη αμοιβαία συμπάθεια, καθώς η Κρέουσα, μετά τη διήγηση του Ίωνα για την ορφάνια του, που τη συγκινεί βαθύτατα, αφηγείται σε ερωτήσεις του νέου την προσωπική της μοίρα, αποδίδοντάς την όμως σε μια άλλη, τάχα γνωστή της, γυναίκα, για να καλυφθεί. Κατόπιν ζητάει από τον Ίωνα να σωπάσει,επειδή βλέπει τον άνδρα της να πλησιάζει.

Ο Ξούθος, εκφράζοντας το σεβασμό προς το θεό και τη γυναίκα του, αναγγέλλει πως ο χρησμός που είχε πάρει από τον Τρυφώνιο βεβαίωνε ότι δε θα γύριζαν στην Αθήνα άτεκνοι, και ρωτάει τον Ίωνα πώς πρέπει να συμπεριφερθεί τώρα στο μαντείο του Απόλλωνα, ενώ η Κρέουσα, πριν αφήσει τη σκηνή, ζητάει από το θεό να επανορθώσει τα λάθη του. Στο τέλος ο Ίωνας απευθύνει στον Φοίβο ένα τολμηρό κήρυγμα, λέγοντας πως οι κάτοικοι του ουρανού δεν έχουν δικαίωμα να επιτρέπουν στον εαυτό τους όσα απαγορεύουν στους ανθρώπους απαιτώντας απ’ αυτούς ηθική και σεβασμό σε απαράβατες αξίες.

Μετά το Α’ στάσιμο, όπου ο Χορός προσεύχεται προς την Αθηνά και την Άρτεμη, να στείλουν καλό χρησμό για τον οίκο του Ερεχθέα, εγκωμιάζει ύστερα την ευτυχία που φέρνουν τα τέκνα στους γονείς και στα γένη και κλείνει με μια αναφορά στις Μακρές Πέτρες, όπου συντελέστηκε η πικρή περιπέτεια της Κρέουσας, που η ίδια την απέδωσε στην αφήγησή της σε μια ξένη γυναίκα, ακολουθεί το Β’ επεισόδιο: Περιέχει μια σκηνή χαρακτηρισμένη από ζωηρή κίνηση ανάμεσα στον Ίωνα και τον Ξούθο, που βγαίνει ορμητικά από το ναό και τον αποκαλεί γιο του, όπως τον ονόμασε ο χρησμός του θεού. Ο Ίων στην αρχή αμφιβάλλει και τον αποκρούει, αλλά στην επιμονή του Ξούθου αφήνεται να πειστεί πως μπορεί να είναι ο καρπός μιας ερωτικής περιπέτειάς του πριν από χρόνια στους Δελφούς. Ο νους του όμως είναι γεμάτος λαχτάρα για την άγνωστη μητέρα του, ενώ ο Ξούθος, που σκέφτεται βέβαια τη μητέρα του Ίωνα και ελπίζει να τη βρει, κυριαρχείται από την ελπίδα της μελλοντικής ευτυχίας τους.

Την ελπίδα όμως αυτή δεν μπορεί να συμμεριστεί ο Ίων και εκφράζει τους δισταγμούς του να μεταβεί στην Αθήνα, όπου όλοι θα βλέπουν το νόθο με φθονερό μάτι και η μητριά του, η Κρέουσα, θα τον μισεί δικαιολογημένα, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές. Έτσι προτιμάει τη γαλήνη του ναού από τη σκοτεινή μοίρα που του επιφυλάσσει η Αθήνα. Ο Ξούθος, που σκέφτεται κι αυτός με συμπάθεια την Κρέουσα, όπως άλλωστε και ο Ίων, δηλώνει πως στην Αθήνα θα τον παρουσιάσει για φιλοξενούμενό του, ώσπου να συνηθίσει η γυναίκα του ότι είναι γιος του και επομένως διάδοχος του θρόνου. Εδώ ο Ξούθος τον ονομάζει Ίωνα -από τη μετοχή «ιών» του ρήματος έρχομαι- επειδή τον συνάντησε ερχόμενος από το ναό.

Τελικά ο νέος πείθεται από τον δήθεν πατέρα του, που πρόκειται να ετοιμάσει στους Δελφούς τη γιορτή της αναγνώρισης, και εύχεται η μητέρα του να είναι Αθηναία, για να του εξασφαλίσει την ελευθερία του γνήσιου Αθηναίου πολίτη, ευχή που τελικά θα πραγματοποιηθεί.

Ο Χορός όμως στο Β’ στάσιμο αισθάνεται βαθιά δυσπιστία γιά το χρησμό, θρηνεί για την τύχη της δέσποινας του και εύχεται το θάνατο του παρείσακτου, προοικονομώντας έτσι την επικείμενη σκευωρία.

Το Γ’ επεισόδιο, που καλύπτει το κεντρικό μέρος του δράματος, επικεντρώνεται στην Κρέουσα, που μαθαίνει από το Χορό τα σχέδια του Ξούθου, αν και ο τελευταίος είχε απειλήσει τις γυναίκες με θάνατο στην περίπτωση που θα τα αποκαλύψουν, και οδηγείται στην απεγνωσμένη απόφαση να εκδικηθεί. Ο Γέροντας παιδαγωγός του Ερεχθέα, που συνοδεύει την Κρέουσα στο μαντείο και εκείνη τον εμπιστεύεται σαν πατέρα της, αποδίδει στον Ξούθο ένα παιχνίδι από καιρό μελετημένο, να φέρει στο σπίτι το νόθο του, και δηλώνει πως ο ίδιος είναι έτοιμος να βγάλει από τη μέση την πέτρα του σκανδάλου μέσα στην εορταστική σκηνή, καθώς θα πανηγυρίζει με τον Ξούθο.

Τον πυρήνα του μέρους αυτού αποτελεί μια μονωδία της Κρέουσας, όπου ξεχύνεται όλος ο πόνος και η αγανάκτηση της τυραννισμένης γυναίκας, που αποκαλύπτει πια όλα όσα έχει υποφέρει από τον Απόλλωνα και εξακοντίζει άγριες κατάρες κατά του θεού, που χάρηκε τον έρωτά της, την παράτησε όμως αβοήθητη και άφησε το βλαστάρι της στην πλαγιά της Ακρόπολης να το φάνε τα όρνια. Η μονωδία αυτή αποδίδει αριστουργηματικά τα συναισθήματα της απεγνωσμένης γυναίκας, αποκαλύπτει όμως συγχρόνως και το πώς η Κρέουσα, μετά την έκρηξη αυτή, είναι έτοιμη πια για όλα μέσα στην άκρα απελπισία της.

Στο διάλογο με τον Γέροντα, που ακολουθεί η εξομολόγηση της Κρέουσας, προχωρεί πιο απροκάλυπτα και καταλήγει στην απόφαση να σκοτώσουν το νόθο με τις δυο σταγόνες αίμα της Γοργώς, μια που θεραπεύει και μια που θανατώνει, που η Κρέουσα έχει από τον Εριχθόνιο μέσα στο κόσμημα του χεριού της. Το σχέδιο θα εκτελέσει ο Γέροντας στους Δελφούς και όχι στην Αθήνα, όπου όλοι θα καταλόγιζαν το φόνο στην Κρέουσα.

Μετά το Γ’ στάσιμο, όπου ο Χορός επικαλείται την Ενοδία θεά των Τριόδων να βοηθήσει στην απόπειρα, γιατί η αποτυχία σημαίνει θάνατο για τη δέσποινά του, ακολουθεί το Δ’ επεισόδιο, που περιέχει την ανακοίνωση του Αγγελιοφόρου για την αποτυχία της απόπειρας και το λιθοβολισμό που περιμένει την Κρέουσα. Μετά τη διεξοδική περιγραφή της εορταστικής σκηνής αφηγείται πως ο Γέροντας προθυμοποιήθηκε να προσφέρει εκλεκτό κρασί στον Ίωνα, όπου βέβαια είχε ρίξει το δηλητήριο της Γοργώς, πως μια απρέπεια ενός δούλου ανάγκασε τον ευσεβή νέο να πετάξει το ποτήρι με το κρασί, πως πέθανε ένα περιστέρι που τσίμπησε από το δηλητηριασμένο χώμα και αποκαλύφθηκε έτσι η δολοφονική απόπειρα, πως πιάστηκε ο Γέροντας και ομολόγησε την ενοχή της Κρέουσας και πως η τελευταία καταδικάστηκε σε θάνατο με λιθοβολισμό.

Μια σύντομη άστροφη ωδή του Χορού, στη θέση κανονικού στασίμου, όπου εκφράζεται ο φόβος για την τύχη τη δική του και της δέσποινάς του, οδηγεί στη μακροσκελή Έξοδο.

Στην αρχή το δράμα κινείται ασυγκράτητο προς την καταστροφή. Μόνο η προστασία του βωμού, όπου έχει καταφύγει έντρομη η Κρέουσα κατά συμβουλή του Χορού, εμποδίζει τον Ίωνα να σκοτώσει αμέσως τη μητέρα του, όπως κι εκείνη θα σκότωνε προηγουμένως αυτόν. Ενώ ο νέος βρίζει άγρια τη μισητή γυναίκα και καταγγέλλει το ακατανόητο δίκαιο του ασύλου, η Κρέουσα κατηγορεί δριμύτατα εκείνον που θέλησε να εισχωρήσει βίαια στον κόσμο της. Η κατάσταση έχει φτάσει σε αδιέξοδο, όταν εμφανίζεται από το ναό η Πυθία, που συγκρατεί τον εξαγριωμένο νέο από την εκδικητική του μανία και του παραδίδει το καλάθι με τα αντικείμενα που είχαν εκτεθεί μαζί του κατά τη γέννηση του, προτρέποντας τον να αρχίσει αμέσως την έρευνα για τη μητέρα του με τα στοιχεία που περιέχει το καλάθι. Συγκινημένος ο Ίων το κρατάει στα χέρια του και γεμάτος τρυφερότητα κλαίει όχι μόνο για τη δική ταυ μοίρα, αλλά και για τη μοίρα της άγνωστης δύστυχης μητέρας του.

Όταν ανοίγει το καλάθι, η Κρέουσα ταράζεται με το γνώριμο της περιεχόμενο και τελικά αφήνει το βωμό, αφού ξέρει κιόλας την αλήθεια, και συγκλονισμένη δονείται ήδη από τη χαρά της αναγνώρισης. Ο Ίων, που στην αρχή κρατάει εχθρική στάση ακόμα, βαθμιαία κλονίζεται από την πειστική επαλήθευση των αντικειμένων και τελικά πείθεται, ώσπου ξεσπάει σε μια έκρηξη αγαλλίασης. Τα λόγια του, ότι θα ήθελε και ο πατέρας του να πάρει μέρος σ’ αυτή τη χαρά, αναγκάζουν την Κρέουσα να αφηγηθεί τραυλίζοντας τον έρωτα του Απόλλωνα και να ξαναζήσει τις τραγικές ώρες, όταν αναγκάστηκε να αφήσει έκθετο το παιδί της, πράγμα που προκαλεί τη συμπάθεια του Ίωνα προς αυτήν, συμπάθεια που πριν αναφερόταν στην άγνωστη μητέρα του.

Τις κάποιες αμφιβολίες του Ίωνα για την πατρότητα του Απόλλωνα εμφανίζεται να εξουδετερώσει η Αθηνά, ως από μηχανής θεός, κατά παράκληση του Απόλλωνα, που διστάζει να παρουσιαστεί ο ίδιος, μήπως αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την επίκριση των ενδιαφερομένων για όσα έγιναν. Η Αθηνά επιβεβαιώνει την πατρότητα του θεού και εξηγεί ότι χάρισε στον Ξούθο το υποκατάστατο ενός γιου, για να ασκήσει την εξουσία στην Αθήνα ο Ίων, ο απόγονος του Ερεχθέα. Γι’ αυτό συμβουλεύει να αφήσουν τον Ξούθο στην αυταπάτη του ότι ο Ιων είναι φυσικό του παιδί. Από τον Ιωνα οι τέσσερις φυλές της Αττικής θα πάρουν τα ονόματα των γιων του, νησιά και ακτές του Αιγαίου θα αποικιστούν από την πόλη αυτή και οι κάτοικοί τους θα λέγονται Ιωνες από το όνομα του γενάρχη τους. Με τον Ξούθο η Κρέουσα θα γεννήσει το Δώρο και τον Αχαιό, έτσι που και αυτές οι φυλές, Δωριείς δηλαδή και Αχαιοί, θα κατάγονται από την Αθήνα.

Μητέρα και γιος εκφράζουν τώρα το σεβασμό και την αποδοχή τους, ο Ιων ανακαλεί τις προηγούμενες αμφιβολίες του για την πατρότητα του Απόλλωνα, η Κρέουσα αισθάνεται αποζημιωμένη για τα βάσανά της και συμφιλιωμένη, και οι δυο τους ξεκινούν για την Αθήνα, ενώ η θεά υπόσχεται να τους συνοδέψει και να τους προστατέψει, και ο Χορός υμνεί τον Απόλλωνα, καθώς βλέπει πως τα κατάφερε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς τους θεούς,

Και στο έργο αυτό του Ευριπίδη, όπως και σε τόσα άλλα, προβάλλεται πρώτα απ’ όλα η επιμονή του ποιητή να διερευνά τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής ως τα έσχατα βάθη της, καθώς αυτή στροβιλίζεται στη δίνη μιας μοίρας που της επιφυλάσσει τον έσχατο κίνδυνο αλλά και τη λυτρωτική σωτηρία. Αυτό διαπιστώνεται ανάγλυφα στην περίπτωση της Κρέουσας, που μας αφήνει να συλλάβουμε όλο τον πλούτο, τόσο από τις θρηνητικές όσο και από τις χαρμόσυνες χορδές της ψυχής της. Είναι η τέχνη του μεγάλου ποιητή που δικαιολογεί τη μετάβαση από τη γυναίκα με τον αβάσταχτο πόνο, όταν ο θεός που την αποπλάνησε έριχνε στην αγκαλιά του άνδρα της έναν γιο σβήνοντάς της κάθε ελπίδα να βρει το δικό της παιδί, ως τη γυναίκα που διψάει για εκδίκηση και αποφασίζει στην απόγνωσή της να σκοτώσει το ίδιο της το παιδί, για το οποίο δοκίμασε τόσες λαχτάρες.

Πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί, αν και σε δευτερεύουσα κλίμακα, και κάποια προσπάθεια, στη ρήση της Αθηνάς, να υποστηριχθούν οι πανελλήνιες διεκδικήσεις τη; Αθήνας, και μάλιστα σε μια εποχή παρακμής της αθηναϊκής δύναμης, όπου όσα έχουν επιτευχθεί απειλούνται να χαθούν, οπότε η αναμφισβήτητη αγάπη του Ευριπίδη για την πατρίδα του μπορεί να πει κανείς ότι αποχτάει και κάποια διάσταση τραγική, αν σκεφτεί κανείς το τέλος του ποιητή στη Μακεδονία.

Ως προς το πρόβλημα τώρα που θέτει η στάση του θεού Απόλλωνα, του οποίου η λαγνεία προκάλεσε τόσα δεινά στην Κρέουσα, μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε κάποια διάθεση κριτικής του ποιητή, που δημιουργεί ρωγμές στην επιφάνεια της παράδοσης, έστω κι αν αυτό δεν αποτελεί το βασικό κίνητρο για να γραφεί η τραγωδία. Όσο και να βεβαιώνει η Αθηνά στο λόγο της πως ο θεός τα τακτοποίησε όλα κατ’ ευχήν, δεν μπορούμε να μη δούμε κάποια κενά στη συμπεριφορά του, που μπορεί να μην οδηγούν στην αντίθεση του ποιητή προς την παραδοσιακή θρησκεία, όμως δεν αποκλείουν τη διαπίστωση ότι ο ανήσυχος Ευριπίδης θέτει υπό κρίση τις αφελείς λαϊκές δοξασίες περί θείου, όταν δε συμβιβάζονται με το βασικό ηθικό νόμο, που βεβαιώνει ότι δεν είναι θεοί οι θεοί που παρανομούν.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι και σ’ αυτό το δράμα το βασικό ενδιαφέρον του ποιητή εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στη διερεύνηση του ανθρώπινου παράγοντα, αλλά η κριτική ματιά του στρέφεται και σε άλλα σοβαρά θέματα, που συχνά εμπεριέχουν μια διαχρονική σημασία, τηρουμένων των αναλογιών. Είναι πάντα ο άγρυπνος νους που στοχάζεται και μελετάει αιώνια και πανανθρώπινα προβλήματα, ατομικά και κοινωνικά, γι’ αυτό και έχει τόση απήχηση στη δραματουργία όλων των εποχών.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 2/2)