ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ

Η «Ανδρομάχη» είναι από τις πιο αμφιλεγόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη. Προκάλεσε έντονο προβληματισμό και αντιφατικές ερμηνείες μεταξύ των μελετητών της κυρίως για την έλλειψη ουσιαστικής ενότητας μεταξύ των τριών μερών από τα οποία φαίνεται να συντίθεται, καθώς παρακολουθεί τη συμπεριφορά και τη μοίρα των ηρώων από τρεις διαφορετικούς χώρους, την Τροία, τη Σπάρτη και τη Φθία, χωρίς ικανοποιητική εσωτερική συνοχή.

Διαφωνία υπήρξε και ως προς τους στόχους του ποιητή στη διαπραγμάτευση των δρωμένων στην τραγωδία αυτή: Πολλοί είδαν μόνο την έκφραση προσωπικών κρίσεων του στην πολιτική ισχύος της Σπάρτης, ιδίως στην επίθεση της Ανδρομάχης και του Πηλέα κατά των δολοπλοκιών και της θηριωδίας των Σπαρτιατών την πρώτη δεκαετία του Πελοποννησιακού πολέμου, και προσπάθησαν να συνδέσουν συγκεκριμένα χωρία με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα της περιόδου. Έφτασαν μάλιστα να χαρακτηρίσουν το έργο ως πολιτική μπροσούρα και μόνο, όπως ο Kitto. Άλλοι πάλι θεώρησαν απαράδεκτες τέτοιες υπερβολές, αν και είναι δύσκολο να αποσυνδεθούν οι επιθέσεις εναντίον της Σπάρτης από την ατμόσφαιρα της περιόδου όπου η Αθήνα πολεμούσε με αυτήν την πόλη για την επιβίωση της. Με τις αντιφατικές αυτές απόψεις όμως δικαιώνεται και η αρχαία -αξιολόγηση του έργου που αναφέρεται στην Υπόθεση: «Το δε δράμα των δεύτερων».

Ανάμεσα στα προβλήματα που ανακύπτουν από τη μελέτη της τραγωδίας αυτής είναι και αυτό της χρονολόγησης της. Αόριστα τοποθετείται μέσα στη δεκαετία 430-420 π.Χ., όπως δείχνουν εσωτερικές αναφορές στα ιστορικά δρώμενα της περιόδου αυτής. Η αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου φαίνεται να ήταν η περίοδος της σύνθεσης του έργου, αλλά η παράστασή της δε δόθηκε στην Αθήνα, όπως είναι φανερό από την απουσία του τίτλου στις «Διδασκαλίες». Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να τοποθετήσουν την πρώτη παράσταση του έργου στο Άργος ή σε μια πόλη της Χαλκιδικής ή σε κάποιο μέρος της Θεσσαλίας ή στην αυλή των Μολοσσών, ακόμα και στη Σικυώνα. Όλα αυτά όμως είναι παρακινδυνευμένα και είναι αδύνατον να επιβεβαιωθούν. Μέσα σ’ αυτή την αοριστία τις περισσότερες πιθανότητες για τη χρονολόγησή της συγκεντρώνει η χρονιά του 426 π.Χ., καθώς μάλιστα είναι πρόσφατη και η αγανάκτηση για τη θηριώδη σφαγή των Πλαταιέων αιχμαλώτων από τους Σπαρτιάτες, το 427. Όπως και να είναι, η ακριβής χρονολόγηση του έργου παραμένει ακόμα ένα αιτούμενο.

Ας παρακολουθήσουμε όμως σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο των τριών μερών της τραγωδίας αυτής, από τα οποία λείπει η ουσιαστική οργανική σύνδεση, όπως ήδη σημειώσαμε:

Στο Α’ και μεγαλύτερο μέρος, που εκτείνεται στα τρία πρώτα επεισόδια, έως το στίχο 765, παρακολουθούμε το δράμα της Ανδρομάχης, της σεμνής ιλιαδικής ηρωίδας, συντρόφου του Έκτορα και μητέρας του γιου του Αστυάνακτα, που είχε ήδη δει τον πατέρα και τα αδέλφια της να σκοτώνονται από τον Αχιλλέα, τη μητέρα της να αιχμαλωτίζεται, και με την καταστροφή της Τροίας αντίκρισε με φρίκη το πτώμα του άνδρα της να σέρνεται απάνθρωπα στο άρμα του Αχιλλέα και το μοναχογιό της να εκσφενδονίζεται ανάλγητα από τα τείχη της Τροίας — κατά μια εκδοχή μάλιστα από το Νεοπτόλεμο, το γιο του Αχιλλέα. Η ίδια αιχμαλωτίστηκε και κληρώθηκε ως «βραβείο εξαίρετο» σ’ αυτόν τον ίδιο το Νεοπτόλεμο, και τώρα ζει μαζί του στη Φθία ως παλλακίδα του, με τον οποίο μάλιστα, κάτω από τη βία της δουλείας, απόχτησε κι έναν γιο, το Μολοσσό, τη μοναδική πια ελπίδα της.

Στην έσχατη ερήμωση της αντιμετωπίζει τώρα και το έξαλλο μίσος της Ερμιόνης, της κόρης του Μενέλαου και της Ελένης και νόμιμης συζύγου του Νεοπτόλεμου, που από ζήλια αποδίδει την ατεκνία της στα μάγια της Ασιάτισσας και προσπαθεί απάνθρωπα, με συνεργάτη τον πατέρα της, να την εξοντώσει μαζί με το γιο της για εκδίκηση, την ώρα που ο άνδρας της λείπει στους Δελφούς, όπου πήγε να εξιλεώσει τον Απόλλωνα για την ύβρη που διέπραξε σε προηγούμενη επίσκεψή του ζητώντας του το λόγο για το θάνατο του πατέρα του.

Από την αδιάντροπη συνωμοσία πατέρα και κόρης θα τη σώσει ο γέροντας Πηλέας, πατέρας του Αχιλλέα και πάππους του Νεοπτόλεμου, που ακόμα κρατάει τα σκήπτρα στη Φθία. Αυτός επεμβαίνει την καίρια στιγμή και αρπάζει από τα δολοφονικά χέρια του Μενελάου την Ανδρομάχη και το γιο της, βρίζοντας σκαιότατα και διώχνοντας το δειλό μηχανορράφο βασιλιά της Σπάρτης. Μετά απ αυτό εξαφανίζεται από τη σκηνή η Ανδρομάχη και είναι ζήτημα αν παρίσταται στο Γ’ μέρος, μετά το στίχο 1047, ως βωβό πρόσωπο.

Στο Β’ μέρος, από το στίχο 802, γίνεται μετάσταση του δραματικού βάρους στην Ερμιόνη, η οποία, αφού την εγκατέλειψε και ο πατέρας της, εμφανίζεται μετανιωμένη για τη στάση της απέναντι στην Ανδρομάχη, κυρίως γιατί τρέμει την αντίδραση του Νεοπτόλεμου όταν θα μάθει τα διαδραματισθέντα, και στην απελπισία της θέλει να αυτοκτονήσει. Θα τη σώσει όμως ο Ορέστης, που εμφανίζεται απροσδόκητα, στον οποίο την είχε υποσχεθεί πρώτα ο Μενέλαος και ύστερα, υπαναχωρώντας, την παραχώρησε στο Νεοπτόλεμο, προκειμένου να συμβάλει ο τελευταίος στην άλωση της Τροίας. Γι’ αυτό και το μίσος του μητροφονιά εναντίον του γιου του Αχιλλέα είναι απρόσμετρο, και τον οδήγησε να εξυφάνει ήδη συνωμοσία εναντίον του ξεσηκώνοντας τους κάτοικους των Δελφών, για να εκδικηθεί από ζηλοτυπία τον αντίζηλο του. Και τώρα ευχαρίστως θα ακούσει τις παρακλήσεις της Ερμιόνης και θα την απαγάγει, για να τη μεταφέρει στον πατέρα της στη Σπάρτη.

Στο Γ’ μέρος, από το στίχο 1047 ως το τέλος, το ενδιαφέρον στρέφεται στην τύχη του Νεοπτόλεμου, που βρισκόταν, όπως είπαμε, στους Δελφούς. Από τη δραματική αφήγηση του αγγελιοφόρου παρακολουθούμε το θάνατο του γιου του Αχιλλέα από το εξαγριωμένο πλήθος των Δελφών, που είχε ξεσηκώσει με διάφορα τέχνασματα η συνωμοσία του Ορέστη, για τον οποίο μάλιστα δεν ξεκαθαρίζεται αν είναι πάρων στα διαδραματιζόμενα -πράγμα αφύσικο άλλωστε και τελείως αδικαιολόγητο- ή αν ήταν μόνο ο ηθικός αυτουργός αυτού του φονικού στο ιερό του Απόλλωνα.

Στη σκηνή έχει μεταφερθεί και το πτώμα του Νεοπτόλεμου και παρακολουθούμε το θρήνο του Πηλέα, που εκφράζει όλο το πένθος και την οδύνη του μαζί με την αθεράπευτη θλίψη του για τη μοναξιά που θα τον ζώνει τώρα που και το τελευταίο στήριγμα του σπιτιού του έχει χαθεί.

Πάνω στην πλήρη απόγνωση του Αιακίδη, που θαρρείς πως θα παρασύρει και τον ίδιο στο θάνατο, εμφανίζεται «από μηχανής» η θεά Θέτις, η γυναίκα του που θα τον συμβουλέψει να σταματήσει τη θλίψη του για το χαμό του εγγονού του και τον προτρέπει να τον θάψει στους Δελφούς, για να είναι αιώνιο στίγμα και όνειδος για τους κάτοικους εκεί ο άνανδρος φόνος του από εκείνους και τον Ορέστη. Για την Ανδρομάχη διατάζει να κατοικήσει στη γη των Μολοσσών, αφού προηγουμένως παντρευτεί τον ΄Ελενο, και προλέγει ότι από τον Μολοσσό θα προέλθουν οι βασιλείς της Μολοσσίας γης, που θα κυβερνούν τη χώρα. Έτσι εξασφαλίζεται η διάρκεια μέσα στο χρόνο τόσο στο γένος των Αιακιδών όσο και στο γένος της Τροίας. Για τον Πηλέα επιφυλάσσει αθανασία: Θα τον μεταφέρει στα παλάτια του Νηρέα, από όπου θα έχει την ευκαιρία να επισκέπτεται κάπου κάπου το γιο του Αχιλλέα, που ζει στο νησί Λευκή, μέσα στον Εύξεινο Πόντο.

Είδαμε λοιπόν στο Α’ μέρος τη δραματική κατάσταση της Ανδρομάχης, που τη γλιτώνει, μαζί με το γιο της, ο γέροντας Πηλέας, στο Β’ τα βάσανα της Ερμιόνης και την απρόσμενη απαγωγή της από τον Ορέστη και στο Γ’ την τύχη του Νεοπτόλεμου. Ο Ευριπίδης προσπάθησε να συνδέσει τα διαφορετικά αυτά θέματα, χωρίς να κατορθώσει να μεταδώσει το δραματικό ρίγος στα δυο τελευταία, καθώς η ανέλιξη του μύθου συντελείται με απρόοπτες και αφύσικες ψυχολογικές μεταστάσεις, αυτήν της Ερμιόνης, και με απροσδόκητες εμφανίσεις που δεν πείθουν, όπως αυτή του Ορέστη. Μόνο το Α’ μέρος βρίσκεται ουσιαστικά μέσα στο πνεύμα του πραγματικά τραγικού, όπου συντελείται η κάθαρση μετά τον «έλεον» και τον «φόβον».

Ο θεατής δε συγκινείται ούτε από το κλάμα της Ερμιόνης που μετάνιωσε ούτε από την απαγωγή της από τον Ορέστη, αλλά ούτε και από την αφήγηση του θανάτου του Νεοπτόλεμου, όσο ζωντανή και παραστατική και αν είναι. Διαπιστώνεται μάλλον πως η τραγωδία αυτή είναι μια συρραφή τριών επεισοδίων με πολύ χαλαρή σύνδεση ανάμεσα τους.

Δικαιολογημένος είναι ο τίτλος «Ανδρομάχη» που δόθηκε στο έργο, εφόσον η ηρωίδα αυτή, παρούσα είτε απούσα, δεσπόζει παντού και εξασφαλίζει και αυτή, έστω τη χαλαρή, σύνδεση: Στο Α’ μέρος παρακολουθούμε τους ταλανισμούς και τη δυστυχία της μέχρι τη στιγμή της λύτρωση της. Στο Β’ η μετάνοια και τα βάσανα της Ερμιόνης εκπηγάζουν από τη στάση της απέναντι στην Ανδρομάχη, η οποία, και απούσα συντελεί στην τιμωρία και στη συνακόλουθη σωτηρία της από τον Ορέστη. Στο Γ’ τέλος, όπου δεν είναι απίθανο να παρίσταται με το γιο της σαν βωβό πρόσωπο, συμβάλλει στην ίδρυση της δυναστείας που θα βασιλέψει στη Μολοσσία γη, για να εξασφαλιστεί η συνέχεια του οίκου των Αιακιδών, αφού νομιμοποιείται ο Μολοσσός και αίρεται ο χαρακτηρισμός του νόθου.

Η δριμύτατη κατάκριση της Σπαρτιατικής δολιοφροσύνης και ωμότητας, που εκπροσωπούνται από τον Μενέλαο και την Ερμιόνη στο Α’ μέρος, η δολιότητα του Ορέστη στο Β’ μέρος, που από παλιά ερωτική αντιζηλία δε διστάζει να οργανώσει τη δολοφονία του Νεοπτόλεμου, και η εκδίκηση του Απόλλωνα στο Γ’ μέρος, στον ιερό χώρο του οποίου θα συντελεστεί ο φόνος του Νεοπτόλεμου, μολονότι η άφιξη του εκεί είχε σκοπό τη συγνώμη και την εξιλέωση του, δεν αφήνουν αμφιβολίες ότι το κεντρικό νόημα του έργου είναι η πλήρης διάλυση και τα εξευτελιστικά δεινά που προκαλεί ο πόλεμος όχι μόνο τη στιγμή που συντελείται, αλλά και πολύ αργότερα μετά τον τερματισμό του.

Ο ελεγειακός θρήνος της Ανδρομάχης στην αρχή του έργου, τα παθήματά της, η τραγική μετάσταση της από την αρχοντική ευτυχία στη συμφορά του δουλικού ζυγού δεν μπορεί παρά να δημιουργούν θλιβερές σκέψεις όχι μόνο για τον ίδιο τον πόλεμο, αλλά και γι’ αυτούς που τον προκαλούν, σκέψεις που διεκτραγωδούν τη μοίρα νικητών και ηττημένων, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των χορικών ασμάτων. Ο πόλεμος δε συντρίβει μόνο τους ηττημένους, φαίνεται να επισημαίνει ο Ευριπίδης, αλλά κατατρύχει και τους νικητές, αν κρίνομε από τα δεινά του Ορέστη, που γίνεται μητροκτόνος και ύστερα μηχανορράφος δολοφονίας, το θάνατο του Νεοπτόλεμου και τη συναφή πικρία που δοκιμάζει ο Πηλέας, ο πατέρας του Αχιλλέα, του πρωταγωνιστή της τρωικής τραγωδίας.

Ως προς τη διαγραφή των χαρακτήρων του έργου, είναι γνωστή η συνήθεια του Ευριπίδη να απογυμνώνει τα ηρωικά πρόσωπα από τη μυθική τους αίγλη και να τα παρουσιάζει να σκέπτονται και να ενεργούν σαν πρόσωπα της ταραγμένης εποχής του, πολύ οικεία στους συμπολίτες του.

Έτσι ο Μενέλαος, η Ερμιόνη και ο Ορέστης περιγράφονται με τα μελανότερα χρώματα που μιλούν και αντιδρούν σαν άτομα ευτελούς ηθικής υποστάθμης. Ο Μενέλαος εικονίζεται σαν άνανδρο ανθρωπάριο, που κάνει επίδειξη της δύναμής του σε αδύναμα και αθώα πλάσματα. Η Ερμιόνη δε διατηρεί τίποτε από την αρχοντιά της. Είναι η νεαρή σύζυγος που τυφλωμένη από το πάθος της ζήλιας είναι έτοιμη να προχωρήσει ως το έγκλημα και μετανιώνει μονάχα από το φόβο των δυσμενών επιπτώσεων που θα έχει αυτό στη ζωή της. Ο Ορέστης πάλι εικονίζεται σαν ευτελής κυνικός μηχανογράφος που από ζήλια εξυφαίνει το φόνο του αντιζήλου του. Ακόμα και ο γέροντας Πηλέας έχει κάτι το κωμικό στην καυχησιολογία του, αφέλεια συγχωρητέα βέβαια, που έχουν όλοι οι παλιοί πολεμιστές όταν γεράσουν.

Η Ανδρομάχη όμως αποτελεί εξαίρεση. Η μορφή και η αξιοπρέπεια της θυμίζουν την άλλοτε αρχόντισσα της Τροίας και σε αντιπαραβολή προς το Μενέλαο και την Ερμιόνη είναι το ανώτερο ηθικά πρόσωπο που συγκεντρώνει όλη μας τη συμπάθεια. Παραμένει και στην ευριπίδεια τραγωδία το σύμβολο της στοργικής μητέρας, που είναι έτοιμη να θυσιαστεί για τη σωτηρία του παιδιού της. Αν απόκτησε γιο από το Νεοπτόλεμο, αυτό οφείλεται στη δουλική της μοίρα, που την ανάγκασε να συνευνάζεται με τον αφέντη της, το γιο του φονιά του άνδρα της, για τον οποίο δε νιώθει καμιά συμπάθεια.

Αντίθετα, δεν μπορεί να ξεχάσει τον εξαίρετο σύντροφο της, τον Έκτορα, και η μορφή του θα ξεπροβάλλει κάθε φορά που αναθυμάται την τρομερή συμφορά που τη βρήκε και την ανελέητη μοίρα της.

Η «Ανδρομάχη», παρά τις αδυναμίες της, είναι μια ευριπίδεια τραγωδία ενταγμένη στην αναταραχή και τους προβληματισμούς της δραματικής δεκαετίας του 430-420 π.Χ., που επιτείνουν τόσο τα ιστορικά δρώμενα όσο και τα ανατρεπτικά σοφιστικά κηρύγματα, τα οποία ερεθίζουν την ανήσυχη σκέψη του Ευριπίδη στην προβολή της ευτέλειας των καιρών και τη διάλυση των μυθικών προτύπων.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 1/2)