ΕΛΕΝΗ

Η «Ελένη» είναι από τις τραγωδίες που γνωρίζομε με ακρίβεια το χρόνο που διδάχτηκε. Σύμφωνα με ασφαλή σχόλια στον Αριστοφάνη συνδέεται με τα Διονύσια του 412 π.Χ.

Εδώ προφανώς ο Ευριπίδης αντλεί το υλικό του από την «Παλινωδία» του Στησιχόρου, λυρικού ποιητή του 6ου-5ου αιώνα π.Χ. το τη Σικελία. Αυτός αρχικά έγραψε ένα ποίημα για την Ελένη, όπου περιέγραφε λεπτομερειακά τις μεγάλες συμφορές που προκάλεσε η ηρωίδα. Ύστερα από αυτό τυφλώθηκε κατά την παράδοση, ξαναβρήκε όμως το φως του όταν ανακάλεσε με το νέο ποίημά του «Παλινωδία», χρησιμοποιώντας την παραλλαγή του μύθου, που έλεγε ότι Ελένη έμεινε για ένα διάστημα στην Αίγυπτο, κοντά στον Πρωτέα, και μόνο το είδωλο της απήγαγε ο Πάρης στην Τροία.

Το υλικό αυτό δραματοποίησε εύστοχα ο Ευριπίδης, παίζοντας ανάμεσα στην πραγματικότητα και τα φαινόμενα, και δημιουργώντας νέες ενδιαφέρουσες μορφές, όπως του βίαιου Θεοκλύμενου, γιου του Πρωτέα και βασιλιά της Αιγύπτου μετά το θάνατο του πατέρα του, που ήθελε για γυναίκα του την Ελένη, και της ευγενικής αδελφής του μάντισσας Θεονόης, που από τη φύση της υπηρετούσε με ευλάβεια τη θεϊκή δίκη.

Την προλογική ρήση εκφωνεί η ηρωίδα του τίτλου, που έχει καταφύγει ικέτισσα στον τάφο του Πρωτέα, για να γλιτώσει από την επίμονη απαίτηση του Θεοκλύμενου να την παντρευτεί, θέλοντας να παραμείνει πιστή στον άνδρα της. Αφού μας πληροφορεί πρώτα για τα παιδιά του Πρωτέα και για τη γέννησή της από τον Δία και τη Λήδα -που την αναφέρει ως φήμη με τη γνωστή διάθεση του Ευριπίδη να αμφισβητεί τους μύθους- μαθαίνομε ύστερα από αυτήν πως η Ήρα, χολωμένη με τον Πάρη, μετά την περίφημη κρίση του για το κάλλος των τριών θεαινών, έστειλε στην Τροία το Είδωλο της Ελένης και την ίδια τη μετέφερε κατ’ εντολήν της ο Ερμής στην Αίγυπτο, τη χώρα του δίκαιου Πρωτέα, για προστασία. Μέσα στην απόγνωση της για την επιμονή του Θεοκλύμενου να την παντρευτεί την κρατάει στη ζωή μόνο ο λόγος του Ερμή πως θα ξανασυναντήσει τον Μενέλαο.

Μετά το μονόλογο της Ελένης εμφανίζεται στη σκηνή ο Τεύκρος με πρόφαση να συμβουλευτεί τη μάντισσα Θεονόη για την εγκατάστασή του στην Κύπρο, όπως όριζε χρησμός του Απόλλωνα. Από την ομοιότητα της μορφής που αντικρίζει με την Ελένη που ξέρει ξαφνιάζεται βέβαια έντονα και αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει όλο το μίσος του γι’ αυτήν που προκάλεσε τόσα δεινά. Μόνο με την παραδοχή μιας παραπλανητικής ομοιότητας πρέπει να ικανοποιήσει την αναστάτωση που νιώθει. Η παρουσία του Τεύκρου, αν και περιθωριακή για τη δράση, επιτελεί πολλαπλή λειτουργία: Πληροφορεί την Ελένη για την Τροία και τους Έλληνες ήρωες, για τη Λήδα και τους Διοσκούρους και κυρίως για την εξαφάνιση του Μενέλαου, που τον θεωρούν νεκρό στην Ελλάδα. Η πληροφορία αυτή λειτουργεί παράλληλα με το όνειρο της Ιφιγένειας στους Ταύρους, που προκαλεί την απατηλή βεβαιότητα για το θάνατο του Ορέστη. Και άλλες όμως λεπτομέρειες φέρνουν πολύ κοντά ως προς τη δραματική τεχνική τα δύο έργα. Η Ελένη πάλι ενημερώνει τον Τεύκρο για το μίσος του Θεοκλύμενου προς τους Έλληνες -τους σκοτώνει όταν φθάσουν στην Αίγυπτο- και έτσι ο ήρωας αυτός δεν έχει παρά να φύγει άπρακτος.

Η Πάροδος, από δύο στροφικά ζεύγη και μια επωδό, έχει χαρακτήρα κομμού ανάμεσα στην Ελένη και το Χορό, από αιχμάλωτες Ελληνίδες, όπως και στην «Ιφιγένεια». Η Ελένη θρηνεί για τη μοίρα της και ο Χορός κατανοώντας τη θέση της απηχεί τους θρήνους της. Εδώ οι πληροφορίες του Τεύκρου για την τύχη του Μενέλαου μετατρέπονται σε βεβαιότητα για το θάνατό του, και έτσι μεγαλώνει η απόσταση για την πραγματοποίηση της αναγνώρισης, εξασφαλίζοντας τη δραματική ένταση, όπως το συνηθίζει ο Ευριπίδης.

Δεδομένου ότι το Α’ στάσιμο αρχίζει μόλις στο στ. 1107, είναι δύσκολο να μη θεωρήσεις ως Α’ επεισόδιο τη μακρότατη σύνθεση μεταξύ των στ. 253-1106, όπου η σκηνική δράση εναλλάσσεται με πλούσια λυρικά τμήματα, όπως το λυρικό διάλογο Ελένης και Χορού των στ. 330-385 και το σύντομο χορικό, την επιπάροδο όπως αποκαλείται, των στ. 515-527.

Στην αρχή η Ελένη, σε μια μακρά ρήση, θρηνεί πάλι για την απελπιστική της κατάσταση: Την άδικη δυσφήμησή της, το χαμό της μάνας, των αδελφών και του άνδρα της, και δηλώνει πως είναι αποφασισμένη να πεθάνει. Ο Χορός τη συμβουλεύει να ρωτήσει τη μάντισσα Θεονόη για την τύχη του Μενέλαου και ύστερα από νέο θρήνο της Ελένης, που διακηρύσσει και πάλι πως θα πεθάνει, αν ο Μενέλαος δε ζει πια, μπαίνει στο παλάτι μαζί με το Χορό, αφήνοντας άδεια τη σκηνή, μια από τις σπάνιες περιπτώσεις στη διάρκεια του δράματος.

Τώρα εμφανίζεται ρακένδυτος ο Μενέλαος, που αυτοσυστήνεται και μας πληροφορεί ότι το πλοίο του βρίσκεται κατατσακισμένο στην ακτή, οι σύντροφοί του φρουρούν εκεί την υποτιθέμενη Ελένη και ο ίδιος περιφέρεται να βρει εφόδια για την επιβίωσή τους. Μια γερόντισσα θυρωρός διώχνει στην αρχή με σκαιότητα τον κουρελιασμένο ξένο, ύστερα όμως τον πληροφορεί ότι βρίσκεται στην Αίγυπτο, όπου ζει και η Τυνδαρίδα Ελένη από τη Σπάρτη, η θυγατέρα του Διός, που ήρθε πριν από την εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία, και τον προτρέπει να φύγει, γιατί τον περιμένει ο θάνατος από το αφεντικό της χώρας. Ο Μενέλαος βέβαια πέφτει σε βαθιά σύγχυση με τα λογία της για την Ελένη, που προσπαθεί να την αντιμετωπίσει με την ιδέα πως πρόκειται απλώς για συνωνυμία, και αποφασίζει να περιμένει τον βασιλιά κρυμμένος προσεκτικά σε κάποια από τις παρόδους.

Ο Χορός επανέρχεται με το σύντομο λυρικό άσμα των στ. 515- 527, που περιέχει την προφητεία της Θεονόης ότι ο Μενέλαος ζει και κάπου περιπλανιέται. Η Ελένη, πληροφορημένη και αυτή από τη Θεονόη για την τύχη του άνδρα της, επανέρχεται στη σκηνή και καταφεύγει πάλι στον τάφο του Πρωτέα, για να προστατευθεί. Τότε αντικρίζει το ρακένδυτο άνδρα, που την τρομάζει στην αρχή, ύστερα όμως από μια έντονη στιχομυθία, καθώς είναι προετοιμασμένη από τη μάντισσα, καταλαβαίνει ότι μπροστά της στέκεται ο Μενέλαος και προσπαθεί να πέσει στην αγκαλιά του. Ο Μενέλαος την απωθεί, εμμένοντας στη βεβαιότητα ότι η γυναίκα του βρίσκεται στις ακτές με τους συντρόφους του και ότι πρόκειται για περίεργη συνωνυμία. Έχουμε λοιπόν και πάλι, όπως στην «Ιφιγένεια», μια μονόπλευρη αναγνώριση, που καθυστερεί τη δράση.

Από την πλάνη τον βγάζει ένας υπηρέτης του, που έρχεται ασθμαίνοντας ως αγγελιοφόρος, και ανακοινώνει ότι η Ελένη που κρατούσαν στις ακτές ήταν μονάχα ένα είδωλο από αιθέρα και αναλήφθηκε στον ουρανό. Ο υπηρέτης πέφτει κι αυτός σε σύγχυση αντικρίζοντας την Ελένη και θαρρεί ότι βλέπει το φάντασμα που πέταξε στους ουρανούς, ο Μενέλαος όμως φωτίζεται επιτέλους, αναγνωρίζει και αυτός την πραγματική γυναίκα του, και οι δυο σύζυγοι εκφράζουν τη χαρά που ξαναβρέθηκαν, αλλά και τον πόνο τους για όλα όσα τράβηξαν ως τώρα. Από τα διαδραματιζόμενα φωτίζεται και ο γέροντας υπηρέτης του Μενέλαου και χαιρετάει συγκινημένος τη δέσποινά του. Ύστερα παίρνει εντολή από τον αφέντη του να στρέψει στην ακτή και να πει στους συντρόφους του να περιμένουν εκεί τις εξελίξεις, φεύγοντας όμως εκφράζεται με περιφρόνηση για τους προφήτες και τους μάντεις, όπως ο Κάλχας και ο Ελενος, που δεν είχαν ιδέα από την αλήθεια και οδήγησαν τόσους ανθρώπους στην καταστροφή μόνο για ένα φάντασμα, για μια νεφέλη.

Σε μια έντονη στιχομυθία ανάμεσα στους δυο συζύγους που ακολουθεί μαθαίνομε πρώτα επιγραμματικά τις περιπέτειες του Μενέλαου στη θάλασσα, που βάσταξαν επτά χρόνια μετά το δεκάχρονο πόλεμο στην Τροία, και έπειτα ακούμε για τους φοβερούς κινδύνους που ορθώνονται τώρα μπροστά τους με την επιμονή του Θεοκλύμενου να παντρευτεί την Ελένη και το θάνατο που απειλεί τον Μενέλαο. Οι δυο τους δηλώνουν αποφασισμένοι να πεθάνουν μαζί, αν δεν τα καταφέρουν να σωθούν. Πώς όμως θα σωθούν;

Εδώ θα βρει πάλι τη λύση η γυναικεία επινοητικότητα, όπως και στην «Ιφιγένεια». Η Ελένη θεωρεί απαραίτητο να πεισθεί πρώτα η .μάντισσα Θεονόη, που γνωρίζει βέβαια την παρουσία του Μενέλαου, να μην την αποκαλύψει στον αδελφό της. Πάνω στην ώρα μπαίνει στη σκηνή με τελετουργική επισημότητα η μάντισσα και την ακούμε να προβληματίζεται αν πρέπει να φανερώσει στον αδελφό της την παρουσία του Μενέλαου ενδίδοντας στην επιθυμία της Αφροδίτης, που κατατρέχει το ζευγάρι, ή να γλιτώσει τους δυο συζύγους υπολογίζοντας περισσότερο την Ήρα, που επιθυμεί την επιστροφή τους στην πατρίδα, για να αποδειχθεί ότι ο Πάρης μετέφερε στην Τροία μόνο ένα ψεύτικο ομοίωμα της Ελένης.

Σε δυο μονολόγους τους η Ελένη και ο Μενέλαος ικετεύουν τη Θεονόη να σεβαστεί το δίκαιο και να μην ατιμάσει τον αξιοσέβαστο πατέρα της Πρωτέα, που δέχτηκε την Ελένη για να την προστατεύσει. Μ’ όλο που οι δυο μονόλογοι της ικεσίας χρησιμοποιούν την ίδια σχεδόν επιχειρηματολογία, ως προς τον τόνο διαφοροποιούνται: Ο Μενέλαος δεν περιορίζεται σε μια αδύναμη ικεσία, αλλά επιμένει σταθερά σε μια δίκαιη απαίτηση και φθάνει να δηλώσει στο τέλος ότι ή θα παλέψει με τον βασιλιά για ζωή και θάνατο ή θα σκοτωθεί μαζί με την Ελένη πάνω στον τάφο του Πρωτέα.

Η μάντισσα όμως έχει πάρει ήδη την απόφασή της σύμφωνα με την ευσεβή φύση της και με το δίκαιο, που δεν επιτρέπει να μη δώσει κανείς πίσω ό,τι του έχουν εμπιστευθεί. Στο τέλος τούς προτρέπει να βρουν μόνοι τους τη διέξοδο εξευμενίζοντας την Αφροδίτη και ζητώντας από την Ήρα να διατηρήσει την εύνοια απέναντι τους.

Τη διέξοδο θα τη βρει στη συνέχεια η Ελένη επινοώντας και αυτή μια σκευωρία, όπως και η Ιφιγένεια στους Ταύρους: Θα πουν στον βασιλιά ότι ο Μενέλαος θαλασσοπνίγηκε και ο καραβοτσακισμένος ξένος που βλέπει μπροστά του έφερε την είδηση, αφού τον είδε με τα μάτια του να τον καταπίνει το κύμα. Η Ελένη θα κόψει τα μαλλιά της και θα μαυροφορέσει για το πένθος και θα ζητήσει από τον Θεοκλύμενο, πριν τον παντρευτεί, ένα καράβι με τις απαραίτητες νεκρικές προσφορές, για να κάνει τη συμβολική ταφή του άνδρα της σε ένα κενοτάφιο μέσα στη θάλασσα, όπως απαιτεί το έθιμο του τόπου της. Με το καράβι αυτό θα δραπετεύσουν για την πατρίδα, αφού ειδοποιηθούν και οι σύντροφοι του Μενέλαου που βρίσκονται στην ακτή. Και η Ελένη καταλήγει με μια έκκληση στην Ήρα και στην Αφροδίτη να βοηθήσουν, όπως της είχε συστήσει η Θεονόη.

Μετά το τέλος του ασυνήθιστα εκτενούς αυτού επεισοδίου, μόλις στο στ. 1107, συναντούμε το Α’ στάσιμο σε δύο στροφικά ζεύγη. Στο πρώτο ο Χορός αναφέρεται στις συμφορές Τρώων και Ελλήνων, που προκάλεσε ο Πάρης και το μοιραίο Είδωλο της Ελένης, και στο δεύτερο εκφράζει έντονη αβεβαιότητα για τη φύση και τα έργα των θεών και καταγγέλλει τον παραλογισμό του πολέμου θυμίζοντας τις «Τρωάδες», πράγμα που θα άκουγαν με ιδιαίτερο ρίγος οι Αθηναίοι του 412 π.Χ. μέσα στις τραγικές ιστορικές συνθήκες που αντιμετώπιζαν με την τραγωδία της Σικελικής εκστρατείας.

Στη σύντομη σκηνή των στ. 1165-1300, που πρέπει να εκληφθεί ως Β’ επεισόδιο, ο Θεοκλύμενος, επιστρέφοντας από το κυνήγι, ακούει πρώτα από την κουρεμένη και μαυροντυμένη Ελένη την πλαστή είδηση του θανάτου του Μενέλαου, η οποία του υπόσχεται πως ύστερα από αυτό είναι διατεθειμένη να τον παντρευτεί. Ύστερα ο Μενέλαος, που, ρακένδυτος, είναι ζαρωμένος δίπλα στον τάφο και υποτίθεται πως έφερε την είδηση, του ζητάει όσα είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση του σχεδίου τους -ένα πλοίο, προσφορές για τον θαλασσοπνιγμένο, ακόμα και όπλα- και του εξηγεί πως η παρουσία της Ελένης στην εικονική ταφή του νεκρού είναι απολύτως απαραίτητη σύμφωνα με το έθιμο, αφού είναι η γυναίκα του.

Στο περίεργο Β’ στάσιμο των στ. 1301-1368 ο Χορός αναφέρεται πρώτα στην απελπισία της Δήμητρας για την αρπαγή της Κόρης, τη συναφή οργή της, που προκάλεσε την ακαρπία της γης, και στον εξιλασμό της με την επέμβαση του Δία, και μόνο στη δεύτερη αντιστροφή επιχειρείται μια χαλαρότατη σύνδεση με τη δράση, καθώς γίνονται υπαινιγμοί για πιθανές παραλείψεις της Ελένης στη λατρεία της μεγάλης θεάς της γης, πράγμα που απηχεί κυρίως το ενδιαφέρον του Ευριπίδη για τις οργιαστικές λατρείες στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπως θα αποδειχθεί καθαρά στις «Βάκχες» του.

Στο Γ’ επεισόδιο των στ. 1369-1450 τα πράγματα εξελίσσονται γοργά ακριβώς όπως έχουν δρομολογηθεί. Η Ελένη καθησυχάζει κάποιες ανησυχίες του Θεοκλύμενου, και έτσι παρακάμπτονται όλα τα εμπόδια. Ο βασιλιάς ορίζει τον καθαροντυμένο πια και οπλισμένο Μενέλαο ως κυβερνήτη του πλοίου, και αυτός, πριν ξεκινήσει με την Ελένη για την ακτή, προσεύχεται στον Δία και του ζητάει με κάποιον αέρα ηρωικό να βοηθήσει να σταματήσουν πια τα βάσανα του. Και ο ανίδεος Θεοκλύμενος, σε τόνο τραγικής ειρωνείας, δίνει εντολή να στολιστεί εορταστικά το παλάτι για τον επικείμενο γάμο του με την Ελένη…

Στο Γ’ και τελευταίο στάσιμο ο Χορός συνοδεύει νοερά την Ελένη στο ταξίδι για την πατρίδα πλημμυρισμένος από νοσταλγία, όπως ακριβώς και στο ομόλογο χορικό της «Ιφιγένειας εν Ταύροις». Στο τέλος η επίκληση στους Διοσκούρους ετοιμάζει την εμφάνιση τους ως από μηχανής θεών, όπως και πάλι συμβαίνει με την Αθήνα στο τέλος της «Ιφιγένειας».

Στην Έξοδο το δράμα διαρθρώνεται σε τρεις σκηνές: Πρώτα ο αγγελιοφόρος περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη φονική μάχη που έγινε στο πλοίο ανάμεσα στους Αιγύπτιους του βασιλιά και στους συντρόφους του Μενέλαου, πώς νίκησαν οι τελευταίοι και πώς το πλοίο ξεκίνησε με ούριο άνεμο για την Ελλάδα. Ο ίδιος γλίτωσε παρά τρίχα πέφτοντας στη θάλασσα, από όπου τον περιμάζεψε κάποιος ψαράς, και ήρθε να φέρει τη θλιβερή είδηση. Στη δεύτερη σκηνή ξεσπάει σε εντυπωσιακούς ανάπαιστους άγρια η οργή του Θεοκλύμενου κατά της αδελφής του Θεονόης, που ήξερε την παρουσία του Μενέλαου και δεν τον ενημέρωσε, και δεν εννοεί να καταπραϋνθεί παρά την επιμονή του υπηρέτη της Θεονόης να μην πειράξει την αδελφή του, που ενήργησε σύμφωνα με το δίκαιο και τη βούληση του πατέρα της. Μόνο η εμφάνιση των Διοσκούρων στο τρίτο μέρος υποχρεώνει τον Θεοκλύμενο να καταλάβει ότι η Θεονόη έπραξε το καθήκον της και ακόμα πως η Ελένη αξίζει το σεβασμό και το θαυμασμό για τη στάση της.

Ο Χορός κλείνει το έργο με τους γνωστούς και από άλλα έργα του Ευριπίδη αναπαίστους, που μιλούν για τις ανεξιχνίαστες βουλές του θείου, που φέρνουν πάντα εκβάσεις απροσδόκητες.

Αρκετές φορές επισημάνθηκαν οι ομοιότητες ανάμεσα στα δύο δράμα του Ευριπίδη, την «Ελένη» και την «Ιφιγένεια εν Ταύροις», που χρονικά σχετίζονται στενά, αφού παρεμβάλλονται μεταξύ του το πολύ δύο χρόνια. Η διπλή αναγνώριση και στη συνέχεια η σκευωρία, που προέρχεται από τη γυναικεία επινοητικότητα, είναι κοινά μοτίβα και στα δύο έργα. Ωστόσο η κατανομή των δύο αυτών βασικών θεμάτων παρουσιάζει και μια αξιοσημείωτη διαφορά: Στην «Ιφιγένεια» η διαδικασία της αναγνώρισης εμφανίζει σαφή υπεροχή σε σύγκριση με τη σκευωρία, ενώ στην «Ελένη» η αναλογία είναι αντίστροφη. Η διαφορά πρέπει να σχετισθεί με την παρεμβολή στο τελευταίο δράμα του σημαντικότατου για τη δραματική πλοκή θέματος της Θεόνης, της μάντισσας που είναι δεμένη με το χώρο των θεών, απ’ όπου αντλεί τη μαντική της ιδιότητα και τη γνώση του ορθού, μια καθαρά θεϊκή γνώση, βασισμένη προφανώς σε ιδέες που απηχούσαν η θεολογία και η φιλοσοφία της εποχής.

Η γνωστή διάθεση του Ευριπίδη να κρίνει θέματα της παράδοσης, που δε συμβιβάζονται με τον δικό του ιδεολογικό εξοπλισμό, γίνεται αισθητή και στο έργο αυτό: Η εγωιστική διαμάχη των δύο θεαινών, της ‘Ηρας και της Αφροδίτης, για την τύχη του Μενέλαου και της Ελένης μοιάζει μικροπρεπής και αξιοκατάκριτη, ενώ η αμφιβολία της Ελένης για την ιστορία της καταγωγής της από τον Δία (στ. 21), η επίθεση του υπηρέτη του Μενέλαου στους μάντεις και στην τέχνη τους (στ. 744-757) και η δυσφορία του Χορού στη δεύτερη στροφή του Α’ στάσιμου (στ. 1138-1151) για την αλλοπρόσαλλη στάση των θεών, όσο και να μην έχουν κεντρική σημασία για το έργο τα θέματα αυτά, αφήνουν να διαφανεί η γνωστή διάθεση του ποιητή να αμφισβητήσει δοξασίες που τις θεωρεί απλοϊκές.

Αναζητήθηκαν και εδώ υπαινιγμοί στη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα. Η καταγγελία του πολέμου και η αφροσύνη τους στους στ. 1152-1164 του Α’ στασίμου δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετη υε την ατμόσφαιρα του 412 π.Χ. και δεν αποκλείεται το φανταχτερό αυτό έργο με το αίσιο τέλος να γράφτηκε για να ανακουφίσει τη σύγχυση και το άγχος που προκαλούσε στον ψυχισμό των Αθηναίων η σκοτεινή αυτή περίοδος.

Αν η «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και η «Ελένη» δεν έχουν την τραγικότητα που γνωρίζομε λ.χ. από τον «Οιδίποδα Τύραννο» και από τη «Μήδεια», αυτό πρέπει να αποδοθεί στη χρονική απόσταση που χωρίζει τα έργα αυτά και επιφέρει άλλη αντιμετώπιση στην αναμέτρηση του ανθρώπου με τη μοίρα του. Εκεί η σύγκρουση είναι σκληρή και αδυσώπητη, αλλά γεμάτη από θεϊκή δύναμη, που εξευγενίζει τον άνθρωπο, ακόμα και στην ώρα της καταστροφής. Εδώ δεν έχομε τραγικές καταστροφές, και τα παιχνίδια της Τύχης, όσο σκληρά και επικίνδυνα να είναι, αντιμετωπίζονται με την «ευβουλία» του ανθρώπου και οδηγούνται σε τέλος ανακουφιστικό. Είναι ίσως ανάγκη των καιρών να αναπνεύσει η ανθρώπινη συνείδηση ύστερα από τις θύελλες που αντιμετώπισε μέσα σε έναν ανελέητο πόλεμο που επέφερε τόσες αναστατώσεις, καταστροφές και ανατροπές.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 2/2)