ΗΛΕΚΤΡΑ

Σοβαρές αμφιβολίες υπάρχουν ως προς τη χρονολόγηση της τραγωδίας αυτής του Ευριπίδη. Μερικοί μελετητές, δίνοντας προτεραιότητα στην προστασία των πλοίων στη Σικελία από τους Διόσκουρους, που αναφέρεται στο τέλος, τοποθετούν την παράσταση της τραγωδίας το 413 π.Χ., χρονιά της σικελικής εκστρατείας των Αθηναίων. Οι μετρικές αναλύσεις όμως, που προβάλλουν πολλοί άλλοι, τη θέλουν προγενέστερη, οπωσδήποτε πριν από τις «Τρωάδες», που διδάχτηκαν το 415 π.Χ. Με βάση το κριτήριο αυτό ο W. Theiler κατέφυγε στη θεωρία του «συρταριού», υποστηρίζοντας ότι η «Ήλεκτρα» γράφτηκε το 419/18, έμεινε στο συρτάρι και παίχτηκε το 413 π.Χ. Παρ’ όλα αυτά το πρόβλημα αυτό εξακολουθεί να παραμένει σκοτεινό και άλυτο. Άλυτο παραμένει και το πρόβλημα της χρονικής της σχέσης με το αντίστοιχο έργο του Σοφοκλή, που μερικοί το τοποθετούν στο 415 π.Χ., τις μεγαλύτερες πιθανότητες όμως συγκεντρώνουν τα χρόνια 412-411 π.Χ.

Ο σκηνικός χώρος είναι το αγρόκτημα ενός απλού ανθρώπου, γεωργού, στον οποίο η Ηλέκτρα έχει δοθεί ως σύζυγος από την Κλυταιμνήστρα, για να την προστατεύσει από τον Αίγισθο. Στον Πρόλογο εμφανίζεται πρώτα ο Γεωργός, που μας δίνει πλούσια πληροφοριακά στοιχεία: Για το γάμο του με την Ηλέκτρα, που έμεινε άθικτος από το σεβασμό του προς τη βασιλοκόρη, για τη δική του καταγωγή, που είναι ευγενική, αν και ο ίδιος είναι πάμφτωχος, για την ωμή στάση του Αίγισθου και τη λιγότερο σκληρή συμπεριφορά της Κλυταιμνήστρας, για την τωρινή κατάσταση της Ηλέκτρας και τη βαθιά της απόγνωση. Σε λίγο εμφανίζεται και η Ηλέκτρα με μια στάμνα πάνω στο κεφάλι της. Πηγαίνει να φέρει νερό από την πηγή, σαν σκλάβα, για να ξεσκεπάσει την ντροπή που της έχει επιβάλει ο Αίγισθος, εκφράζοντας έτσι την επιθετική της πικρία, ισχυριζόμενη όμως ότι θέλει να βοηθήσει το Γεωργό στη φτώχεια του και, καθώς εκείνος προσπαθεί να την απαλλάξει από την ταλαιπωρία, επαινεί τη φρόνηση και την καλοσύνη του.

Όταν οι δυο αυτοί αφήνουν τη σκηνή, εμφανίζεται ο Ορέστης με τον Πυλάδη, που παραμένει βουβός σε όλη τη διάρκεια του δράματος. Από τον Ορέστη μαθαίνομε ότι τη νύχτα επισκέφθηκε τον τάφο του πατέρα του, όπου άφησε προσφορές, και τώρα θα μείνει στα σύνορα της χώρας, προσπαθώντας να βρει την αδελφή του, με σκοπό να πραγματοποιήσει την εκδίκηση που του όρισε ο θεός Απόλλωνας για τη δολοφονία του πατέρα του. Καθώς ξημερώνει βλέπει να έρχεται μια γυναίκα με τη στάμνα της και προτείνει να κρυφακούσουν, μήπως πάρουν καμιά ουσιαστική πληροφορία. Είναι η Ηλέκτρα, που επιστρέφει από την πηγή, και εκτελεί μια μονωδία σε δύο στροφικά ζεύγη, όπου αυτοπαρουσιάζεται και ύστερα θρηνεί για το δολοφονημένο πατέρα της, στοιχεία προορισμένα από τον ποιητή για τον Ορέστη που κρυφακούει.

Στην Πάροδο ο Χορός, γυναίκες από τα περίχωρα, σε ένα στροφικό ζεύγος που μοιράζεται ανάμεσα σ’ αυτές και την Ηλέκτρα, την καλούν για μια γιορτή στο ιερό της Ήρας, αλλά εκείνη αρνείται να συμμετάσχει εκφράζοντας αμφιβολίες για τη βοήθεια των θεών.

Στο Α’ επεισόδιο ο Ορέστης, που βγαίνει από την κρυψώνα του και υποκρίνεται ότι φέρνει ειδήσεις από τον ξενιτεμένο αδελφό, μαθαίνει από την Ηλέκτρα όλη την τραγική κατάσταση που την περιζώνει εξαιτίας της θηριωδίας του αδίστακτου σφετεριστή του πατρικού τους θρόνου, και έτσι επέρχεται μια ιδιόρρυθμη μονόπλευρη αναγνώριση, καθώς ο αδελφός επιμένει να μην αποκαλύπτεται ακόμα στην αδελφή του. Εμφανίζεται και ο Γεωργός γυρνώντας από τα χωράφια και, όταν μαθαίνει από την Ηλέκτρα ότι οι δυο ξένοι φέρνουν νέα από τον Ορέστη, τους καλεί πρόθυμα να τους φιλοξενήσει στο φτωχικό του. Η Ηλέκτρα, που ανησυχεί για την ανέχεια τους, τη στέλνει στο γέροντα παιδαγωγό του Αγαμέμνονα, που είχε φυγαδεύσει τον Ορέστη μικρό και τώρα είναι βοσκός σε κάποιο μέρος της υπαίθρου, να φέρει τροφές για τη φιλοξενία των ξένων. Θα το κάνει πρόθυμα, αφού πρόκειται για μαντατοφόρους του Ορέστη. Εδώ τελειώνει ο δραματικός ρόλος του Γεωργού και μόνο στην Έξοδο θα γίνει κάποια μνεία γι’ αυτόν.

Στο Α’ στάσιμο ακούμε για τα πλοία που έφεραν τον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα στην Τροία, για τα λαμπρά όπλα του γιου της Θέτιδας, για να συνδεθούν, κάπως βεβιασμένα είναι αλήθεια, με τα δραματικά συμφραζόμενα, την τιμωρία της Κλυταιμνήστρας, που σκότωσε ανάλγητα τον αρχηγό τέτοιων πολεμιστών.

Στο Β’ επεισόδιο έρχεται ο Γέροντας βοσκός φέρνοντας πενιχρά δώρα για τη φιλοξενία των ξένων. Πρώτα εξιστορεί πως πέρασε από τον τάφο του Αγαμέμνονα να του προσφέρει σπονδές και εκεί είδε σφαγμένο αρνί και έναν βόστρυχο από ξανθά μαλλιά. Υποθέτει πως οι. προσφορές αυτές δεν μπορεί να είναι παρά μόνο από τον Ορέστη και προτείνει στην Ηλέκτρα να συγκρίνει τα μαλλιά της με το βόστρυχο, το πέλμα της με τα χνάρια των ποδιών που υπάρχουν δίπλα στον τάφο και να αναγνωρίσει τον αδελφό της από το ύφασμα πού φορεί, αυτό που είχε υφάνει κάποτε η ίδια. Η Ηλέκτρα όμως με επιχειρήματα ορθολογιστικά απορρίπτει ως ανόητα όλα αυτά τα μέσα που έπαιξαν ρόλο στην αναγνώριση των δυο αδελφών στις «Χοηφόρες» του Αισχύλου. Όταν βγαίνει ο Ορέστης με τον Πυλάδη, ο Γέροντας τον αναγνωρίζει από μια ουλή που είχε από μικρός πάνω από το μάτι του, και έτσι επέρχεται επιτέλους η διπλή αναγνώριση. Ύστερα από σύντομη έκφραση της σχετικής χαράς, το βάρος θα ριχτεί στην πράξη της εκδίκησης, καθώς ο Ορέστης καλεί στο έργο με άγρια εκδικητική διάθεση.

Το σχέδιο της εκδίκησης καταστρώνεται σε συμμετρικούς διαλόγους ανάμεσα στον Γέροντα και τον Ορέστη πρώτα και ύστερα ανάμεσα στον Ορέστη και την Ηλέκτρα. Στον πρώτο διάλογο οργανώνεται ο φόνος του Αίγισθου από τον Ορέστη έξω από την πόλη, εκεί που προσφέρει θυσίες στις Μούσες. Το φόνο της Κλυταιμνήστρας αναλαμβάνει η Ηλέκτρα, που θα την παρασύρει στο αγροτόσπιτό της με την πρόφαση ότι γέννησε και χρειάζεται τελετουργικό καθαρμό από τη μάνα της.

Στο Β’ στάσιμο ο Χορός αναφέρεται στην παλιά ενοχή των Ατρειδών, τότε που ο Θυέστης άρπαξε το Χρυσόμαλλο αρνί εξαπατώντας τον αδελφό του Ατρέα, και ο Δίας αγανακτισμένος γι’ αυτό άλλαξε, λέει, την πορεία του ήλιου! Θα διατυπωθούν όμως αμφιβολίες για την αξιοπιστία του μύθου, με την κριτική διάθεση του Ευριπίδη: Οι μύθοι αυτοί δεν μπορούν να έχουν σχέση με την αλήθεια και μοναδικός σκοπός τους είναι να επιβάλλουν το φόβο και το σεβασμό των ανθρώπων προς τους θεούς.

Από εδώ και πέρα ο διαχωρισμός σε επεισόδια είναι προβληματικός, καθώς υποχωρούν σημαντικά τα αυτοδύναμα χορικά. Αν δεχτούμε ως Γ’ στάσιμο το υπόρχημα των στ. 859-879, πρέπει να θεωρήσομε ως Γ’ επεισόδιο τη σκηνή που περιέχεται στους στ. 747- 858, που καλύπτεται από την αγγελική ρήση για τον αστραπιαίο φόνο του Αίγισθου από τον Ορέστη την ώρα της θυσίας μετά τη διεξοδική περιγραφή της προετοιμασίας της. Το υπόρχημα που ακολουθεί εκφράζει την αγαλλίαση του Χορού και της Ηλέκτρας για τη λαμπρή νίκη και προτρέπεται η Ηλέκτρα να φέρει στεφάνια για τους νικητές, τον Ορέστη και τον Πυλάδη.

Στο εκτενές Δ’ επεισόδιο των στ. 880-1146 έχομε σε μια δραματική αντίστιξη από τη μια την άφιξη του κατακρεουργημένου πτώματος του Αίγισθου, που κουβαλούν ο Ορέστης και ο Πυλάδης στην Ηλέκτρα, και από την άλλη τον ερχομό της Κλυταιμνήστρας, που ύστερα την κάλεσε η κόρη της και φτάνει με έναν τρόπο πομπώδη, τελείως ανίδεη για τη συμφορά που την περιμένει.

Στο πρώτο μέρος εντυπωσιάζει κάπως αρνητικά ο μακρός υβριστικός λόγος της Ηλέκτρας στο νεκρό Αίγισθο, γεμάτος μίσος, περιφρόνηση και υπερβολική αναλγησία: Δένει τα εγκλήματα του νεκρού με τις απιστίες της μοιχαλίδας μάνας της, προοικονομώντας έτσι και τα όσα στυγερά θα ακολουθήσουν με την άφιξη της τελευταίας. Μετά την απομάκρυνση του πτώματος από τη σκηνή καταφθάνει η Κλυταιμνήστρα πάνω σε άμαξα με τη συνοδεία αιχμαλώτων γυναικών από την Τροία. Στη θέα της ο Ορέστης καταλαμβάνεται από ταραχή, κυριευμένος από βασανιστική αμφιβολία για το μοιραίο χρησμό, η Ηλέκτρα όμως επιμένει και, μολονότι η φρίκη, άγνωστη για την αδελφή του πριν από την πράξη, δεν τον έχει αφήσει, μπαίνει μέσα στο σπίτι, για να εκτελέσει εκεί το φονικό της μάνας του.

Οι δυο γυναίκες, μάνα και κόρη, τώρα επί σκηνής θα ανταλλάξουν τα βέλη τους σε έναν αγώνα λόγων, όπως και στο ομώνυμο έργο του Σοφοκλή. Και εδώ θα αρχίσει πρώτη η Κλυταιμνήστρα, επιστρατεύοντας πάλι για υπεράσπισή της τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας, θα προσθέσει όμως και την αναίδεια του Αγαμέμνονα να φέρει μαζί του και την Τρωαδίτισσα Κασσάνδρα ως παλλακίδα του. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι εδώ έχομε μια γυναίκα αμαρτωλή, που αισθάνεται μεταμέλεια για τις πράξεις της, τρεις φορές αποκαλεί την Ηλέκτρα «τέκνον» και δείχνει διάθεση να τη συμβιβάσει με τον Αίγισθο, ενώ στον Σοφοκλή παρουσιάζεται μια ασυμβίβαστη δαιμονική ύπαρξη, που εμμένει ως το τέλος στο δίκιο της και βρίζει την κόρη της ανάλγητα. Η Ηλέκτρα πάλι και στα δυο έργα εκμηδενίζει την απολογία της μητέρας της και κερδίζει σε επιχειρηματολογία, όμως, ενώ στον Σοφοκλή διακατέχεται συνεχώς από ανειρήνευτο πάθος και την πνίγει ανυποχώρητα το δίκιο της, που την οδηγεί στη δικαίωση, στον Ευριπίδη, χωρίς να παρακάμπτονται σημαντικά τα στοιχεία αυτά, χαρακτηρίζεται και από μια διάθεση υποκριτικής δουλοφροσύνης και σατανικής ειρωνείας, που οπωσδήποτε υποβαθμίζουν το ηθικό της βάρος.

Ένα σύντομο στροφικό ζεύγος του Χορού, που μπορεί να εκληφθεί ως Δ’ στάσιμο, μας θυμίζει το αποτρόπαιο έγκλημα της Κλυταιμνήστρας που σκότωσε ανάλγητα τον άνδρα της, ώστε να αποδυναμωθεί η επιείκεια μας γι’ αυτήν την ώρα που είναι έτοιμη να μας διακαταλάβει.

Ο Κομμός που ακολουθεί στους στ 1165-1232, μοιρασμένος ανάμεσα στο Χορό και στα δυο αδέλφια, ύστερα από τις ικεσίες και τις επιθανάτιες κραυγές της Κλυταιμνήστρας, που σκοτώνεται από τα παιδιά της μέσα στο φτωχόσπιτο της Ηλέκτρας, δείχνει μια στάση εντελώς αλλαγμένη των δυο μητροκτόνων, την οποία συμμερίζεται με κάποιον τρόπο και ο Χορός. Τίποτα δε μένει πια από την αγανάκτηση και την εκδικητική τους μανία, καθώς στέκονται αντιμέτωποι με τα δυο πτώματα, αποτρόπαιο έργο των χεριών τους. Στην απελπισία και την απόγνωση του Ορέστη αποκρίνεται η Ηλέκτρα ομολογώντας τη συνενοχή της στη μητροκτονία και βεβαιώνοντας ότι η ίδια έσπρωξε τον αδελφό της σ’ αυτήν, κι ας είναι γνωστό ότι κι εκείνος ήλθε αποφασισμένος να τη διαπράξει. Στο τέλος αναλογίζονται ακόμα μια φορά τη φρίκη, που έκανε τον Ορέστη ν σκεπάσει τα μάτια του μπροστά στο θανάσιμο πλήγμα, όταν η Ηλέκτρα πίεζε μαζί του το σπαθί, καλύπτουν το πτώμα της μάνας να μην το ατενίζουν και συνειδητοποιούν πως «η φρίκη έφτασε στο απόγειο πια στο παλάτι των Ατρειδών»

Από το στ. 1233 αρχίζει η Έξοδος με τους αναπαίστους του Χορού να αναγγέλλουν την εμφάνιση των δυο Διοσκούρων πάνω στη στέγη της σκηνής ως «από μηχανής» θεών. Μιλάει ο Κάστορας, ενώ αδελφός του Πολυδεύκης παραμένει βωβός, όπως και ο Πυλάδης δίπλα στον Ορέστη. Χωρίς να μπορεί να εξαλείψει την πικρή οδύνη που κυριαρχεί, προσπαθεί επιγραμματικά να επιφέρει κάποια τάξη στα συντρίμμια, αποδίδοντας την ευθύνη στην Κλυταιμνήστρα, που πλήρωσε σύμφωνα με το δίκιο το έγκλημα της, στον άσοφο χρησμό του Απόλλωνα, που ωστόσο είναι σοφός θεός, και στην οικογενειακή κατάρα των Ατρειδών. Ύστερα δίνει οδηγίες για το μέλλον: Η Ηλέκτρα θα γίνει γυναίκα του Πυλάδη, ο Ορέστης, κυνηγημένος από τις Ερινύες, θα καταφύγει στην Αθήνα, όπου θα αθωωθεί από τον Άρειο Πάγο με την ισοψηφία ο Αίγισθος θα ταφεί από τους Αργείους και η Κλυταιμνήστρα από τον Μενέλαο και την Ελένη, που έρχεται από την Αίγυπτο αθώα, αφού βρισκόταν κοντά στον Πρωτέα και μόνο το είδωλό της ήταν στην Τροία. Τον ευγενικό Γεωργό, κατ’ όνομα μόνο σύζυγο της Ηλέκτρας, θα τον εγκαταστήσει ο Πυλάδης στη Φωκίδα εξασφαλίζοντας του πλούσια μέσα για να ζήσει αξιοπρεπώς. Η ουσία τώρα είναι ότι τα δυο αδέλφια, που μόλις συναντήθηκαν, είναι υποχρεωμένα να αποχωριστούν για πάντα, και αυτό είναι μια, επιεικής μάλλον, φυσική τιμωρία υστέρα από την εγκληματική τους πράξη. Τέλος οι Διόσκουροι θα αναχωρήσουν πάλι για τη θάλασσα της Σικελίας, όπου θα προστατεύουν πάντα τους δίκαιους θαλασσοπόρους, υπαινιγμός που οδήγησε τους μελετητές να μονολογήσουν την τραγωδία το 413 π.Χ., δηλαδή την εποχή της σικελικής εκστρατείας.

Το έργο δικαιολογημένα τιτλοφορείται με το όνομα της Ηλέκτρας, αφού αυτή κινεί τα νήματα για τη μητροκτονία σε όλες τις αποφασιστικές στιγμές. Και ο Ορέστης όμως έχει ρόλο κυριαρχικό, αφού έρχεται από τα ξένα με την απόφαση να διαπράξει το έγκλημα, υπερνικάει τους δισταγμούς του και δίνει το αποφασιστικό πλήγμα. Το δράμα λοιπόν είναι η τραγωδία των δυο αδελφών και ολοκληρώνεται με την οδύνη ενός παντοτινού χωρισμού. Ενώ ο Αισχύλος είδε στο θέμα «μια αλληλουχία ενοχής και τιμωρίας, που περνάει από γενιά σε γενιά, και την τοποθετεί μέσα στην εξέλιξη μιας καινούριας τάξης δικαίου, που καθορίζει την πορεία της πόλης όσο και του κόσμου, και ο Σοφοκλής αφήνει τον προβληματισμό της μητροκτονίας να υποχωρήσει σε δεύτερο επίπεδο, για να δείξει το αδιέξοδο και τη δικαίωση μιας μεγάλης ψυχής, της Ηλέκτρας», όπως ορθά παρατηρεί ο Albin Lesky, ο Ευριπίδης, διερευνώντας επίμονα τα ανθρώπινα πάθη, οδηγεί στη συντριβή τους δυο δράστες, που τυφλωμένοι από θανάσιμο μίσος και απροσμέτρητη πικρία καταλήγουν σε μια πράξη αποτρόπαια, που δεν μπορούν να την αντέξουν, και καταρρέουν κάτω από το αβάσταχτο βάρος της.

Η μητροκτονία είναι χωρίς αμφιβολία η ανήκουστη πράξη, γι’ αυτό και η όλη σύνθεση του έργου κατατείνει προς αυτήν, παρά την αυτοδυναμία ορισμένων μέρων, όπως η εκτενής εξιστόρηση του φόνου του Αίγισθου, που διεκδικεί κάποιο δικαίωμα στο σύνολο του έργου. Όμως, και με το επεισόδιο του Αίγισθου και με την πεισματική επιμονή της Ηλέκτρας στην αθλιότητά της και με τη μονομερή αναγνώριση της αδελφής από τον αδελφό και με την παράταση της δεύτερης αντίστροφης αναγνώρισης, ετοιμάζεται και προωθείται μεθοδικά το κεντρικό θέμα της πιο φρικτής πράξης, της μητροκτονίας.

Δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστος και ο γνωστός ορθολογισμός του Ευριπίδη, όταν βάζει την Ηλέκτρα να εκμηδενίζει όλα τα στοιχεία που χρησιμοποίησε ο Αισχύλος για την αναγνώριση. Διαφαίνεται και εδώ η επικριτική του διάθεση προς τον προκάτοχό του ποιητή, επιμένοντας πως η αλήθεια κρύβεται κάτω από τα φαινόμενα, που εξαπατούν απλοϊκούς, και χρειάζεται σκέψη ορθή, για να την ανακαλύψεις.

Καταλήγοντας, πρέπει να πούμε ότι ο Ευριπίδης θέτει πάντοτε επίμονα ερωτήματα στην ανθρώπινη συνείδηση, προκαλώντας τη συχνή εγρήγορση και τον έγκαιρο προβληματισμό της, ώστε να αποφεύγεται η συμφορά. Εδώ βάζει το κοινό κατευθείαν αντιμέτωπο με τη μητροκτονία και τις τραγικές της συνέπειες. Ωστόσο, παρά την επιμονή του στα ανθρώπινα πλαίσια, ο Σοφοκλής, που παρέκαμψε το πρόβλημα αυτό, άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στους μεταγενέστερους δημιουργούς, που τον ακολούθησαν σχεδόν σε όλα τα σημεία. Τάχα η κυριαρχική μορφή της Ηλέκτρας, με τη δικαίωση του αβάσταχτου πόνου της, προσφέρεται περισσότερο για την αριστοτελική κάθαρση από όσο ο επώδυνος προβληματισμός για ενοχές και συναφείς τραγικές συνέπειες;

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 2/2)