ΗΛΕΚΤΡΑ 

Eίναι βέβαιο πως η “Ηλέκτρα” είναι από τα όψιμα έργα του Σοφοκλή, πρέπει να γράφτηκε στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, η ακριβής όμως χρονολόγησή της εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιη, αν και φαίνεται ότι τις μεγαλύτερες πιθανότητες συγκεντρώνουν τα χρόνια 412-411 π.Χ.

Ο Αισχύλος πραγματεύτηκε το ίδιο θέμα στην “Τριλογία Ορέστεια”, στη δεύτερη τραγωδία της, τις “Χοηφόρες”, το 458 π.Χ. και ο Ευριπίδης στην “Ηλέκτρα” του, που φαίνεται πως διδάχτηκε το 413 π.Χ., αν και παραμένει ακόμα άλυτο πρόβλημα η σχέση της τελευταίας με το αντίστοιχο έργο του Σοφοκλή. Αλλά και πριν από τον Αισχύλο η παράδοση ήταν γνωστή από τα ομηρικά κιόλας χρόνια, μονό που δεν ξέρουμε ποια ακριβώς μορφή είχε στην προαισχύλεια ποίηση.

Ο μύθος όμως, όπως τον διαμόρφωσε ο Σοφοκλής, συμπληρώνοντας και παραλλάσσοντας τις λεπτομέρειες του, παρουσιάζει πολύ έντονη δραματική πλοκή:

Η Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονα, που είδε το φόνο του πατέρα της, μισεί θανάσιμα τη φόνισσα μάνα της, μισεί και τον εραστή της τον Αίγισθο, που τον βλέπει να κάθεται ασύστολα στο θρόνο του πατέρα της. Αναγκασμένη να συγκατοικεί με τους δολοφόνους, απομονωμένη στον πόνο της, ξεσπάει σε αδιάκοπους θρήνους και καταριέται συνεχώς τους φονιάδες. Η μόνη ελπίδα της είναι πως θα γυρίσει κάποτε ο αδελφός της Ορέστης από τη Φωκίδα, όπου η ίδια τον είχε φυγαδεύσει μικρό με τον παιδαγωγό του για να τον διασώσει, και θα εκδικηθεί το αίμα του πατέρα του σκοτώνοντας τους φονιάδες. Κι αυτή η ελπίδα όμως, όσο περνούν τα χρόνια, λιγοστεύει και την αφήνει έρημη στην απελπισία της.

Η Κλυταιμνήστρα, που βλέπει τη στάση της κόρης της, αντιδρά κι αυτή με μίσος; Την κακομεταχειρίζεται, την ταπεινώνει, την καταριέται συνεχώς και τώρα ετοιμάζεται με τον εραστή της να την κλείσουν σε υπόγεια φυλακή κι εκεί, μες το σκοτάδι, να την αφήσουν να κλαίει τη μοίρα της. Φοβάται ακόμα την εκδίκηση από το γιο της τον Ορέστη, κι αυτό της φέρνει ταραγμένα όνειρα τις νύχτες, που προσπαθεί να εξευμενίσει μα θυσίες και προσφορές προς τους θεούς και προς τον άντρα της, που η ίδια είχε σκοτώσει με τον εραστή της.

Φτάνει όμως ο Ορέστης με το φίλο του Πυλάδη και τον πιστό παιδαγωγό του, και σύμφωνα με το σχέδιο που έχουν καταστρώσει, οδηγημένοι απ’ τον Απόλλωνα που τους συμβούλευσε να μεταχειριστούν δόλο, την ώρα που ο Αίγισθος έλειπε από το παλάτι ο παιδαγωγός αναγγέλλει στην Κλυταιμνήστρα πως τάχα ο γιος της σκοτώθηκε σε αρματοδρομίες των δελφικών αγώνων, και πως ο θείος του ο Στρόφιος, που τον φιλοξενούσε, αφού τον έκαψε το σώμα του, στέλνει τώρα την υδρία με τη σταχτή του, για να ταφεί στην πατρική γη.

Η Κλυταιμνήστρα, λυτρωμένη πια από την αγωνία της, τον καλεί στο παλάτι για να τον περιποιηθεί, ενώ η Ηλέκτρα, που είχε ακούσει την τρομερή εξιστόρηση και έχασε πια την κάθε ελπίδα της, ξεσπάει σε θρήνους απαρηγόρητους.

Την υδρία με τη δήθεν σταχτή κουβαλάει σε λίγο ο ίδιος ο Ορέστης με τον Πυλάδη, που αναγνωρίζει την αδερφή του από το σπαρακτικό μοιρολόι της μπροστά στην υδρία. Μετά την αναγνώριση μπαίνει στο παλάτι και σφάζει πρώτα τη μάνα του και σε λίγο και τον Αίγισθο, που καταφθάνει στο μεταξύ, τον ξαπλώνει νεκρό δίπλα στην Κλυταιμνήστρα, στο ίδιο μέρος που είχαν δολοφονήσει και οι ίδιοι τον πατέρα του τον Αγαμέμνονα.

Στην τραγωδία αυτή η κεντρική μορφή με το ιδιαίτερο βάρος είναι βέβαια η Ηλέκτρα, που με την αδιάλειπτη σχεδόν παρουσία της στη σκηνή στοιχειοθετεί τον άξονα του έργου. Είναι το μεγάλο τραγικό μέγεθος, που με τα αβάσταχτα πάθη και το μέγα πάθος της ξεπερνάει το μέτρο και εξισώνεται με τις άλλες τραγικές μορφές, του Αίαντα, της Αντιγόνης, του Οιδίποδα Τυράννου.

Στο έργο του Σοφοκλή μοιάζει να παραμερίζεται το πρόβλημα της μητροκτονίας -κι αυτό τον διαφοροποιεί από τους σχετικούς χειρισμούς του Αισχύλου και του Ευριπίδη στα αντίστοιχα έργα- και το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο δράμα της Ηλέκτρας. Επιχειρείται δηλαδή μια βαθιά διείσδυση στα προβλήματα του ανθρώπου, που μέσα σ’ έναν διαταραγμένο κόσμο υποχρεώνεται να αναζητήσει μόνος του τη διέξοδο του ορθού έξω από τα όρια της κοινής ηθικής, παγιδευμένος ασφυκτικά από την αδικία που τον περιβάλλει.

Έτσι, το αβυσσαλέο μίσος της ηρωίδας, που της εμφύτευσε ο μέγας πόνος, ενώ θα μπορούσε κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ασέβεια και ύβρη, βρίσκει δικαίωση στη συνείδηση όλων, και ο Χορός θεωρεί χρέος του να την επαινέσει για ευσέβεια. Και η τραγική Ηλέκτρα, στο τέλος της τραγωδίας αυτής, αφού πέρασε πια από τα χίλια κύματα του μεγάλου πάθους, εξέρχεται εξουθενωμένη, αλλά λυτρωμένη, αφού ο τόσο καταπονημένος ψυχισμός της ανακουφίζεται επιτέλους και καθαίρεται με την ιδέα ότι η Δίκη για το αίμα του πατέρα της χτύπησε τους φονιάδες του, τη μάνα και τον εραστή της, με το ίδιο νόμισμα.

Τη μητροκτονία την έκανε ο Ορέστης, το όργανο της Μοίρας στην προκειμένη περίπτωση, και αυτός θα πληρώσει -ο ποιητής αφήνει το θέμα αυτό να εκκρεμεί στο τέλος. Η έννοια της ηθικής αυτουργίας δε φαίνεται να έχει νόημα στην τραγωδία, κι από την άποψη αυτή η Νέμεση δεν αναμένεται να έχει λογαριασμούς με την Ηλέκτρα.

Έτσι εξηγείται και η “ελευθερία” που διαπιστώνει ο Χορός στο κλείσιμο της τραγωδίας για το “πολλά παθόν” σπέρμα του Ατρέα.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Σοφοκλής)