ΗΡΑΚΛΕΙΔΕΣ

Δυο έργα του Ευριπίδη, οι «Ηρακλείδες» και οι «Ικέτιδες» της πρώτης δεκαετίας του Πελοποννησιακού πολέμου και τα δυο, με χρονική διαφορά έξι ή επτά χρόνων, παρουσιάζουν οπωσδήποτε θετική συγγένεια, καθώς εγκωμιάζουν τα μυθικά κατορθώματα της Αθήνας και κυρίως την αντίσταση της στο άδικο και τη βοήθεια που πρόσφερε πάντοτε στους καταπιεσμένους. Το πρώτο, και παλαιότερο, πραγματεύεται τη βοήθεια που δόθηκε στα παιδιά του Ηρακλή εναντίον του Ευρυσθέα, που τα καταδίωκε για να τα σκοτώσει, από φόβο μήπως τον εκδικηθούν κάποτε για τα μαρτύρια στα οποία υπέβαλε την πατέρα τους, και το δεύτερο, το νεότερο, προβάλλει τη συμπαράσταση της Αθήνας στις οικογένειες των νεκρών πολεμιστών των Επτά εναντίον της Θήβας, προκειμένου να πάρουν τους νεκρούς τους από τους Θηβαίους, για να τους θάψουν.

Και στα δυο έργα προβάλλεται με επίμονη η ιδέα ότι η Αθήνα είναι η μόνη καταφυγή των κατατρεγμένων, θέμα βασικό για την αθηναϊκή υπερηφάνεια, με σκοπό να ζωντανέψει στα μάτια των θεατών το παράδειγμα της προγονικής τους μεγαλοψυχίας και να αναζωπυρώσει την πατριωτική τους φλόγα τη στιγμή ακριβώς που τη χρειάζονται, καταγγέλλοντας συγχρόνως και την αχαριστία των ευεργετηθέντων, που δεν μπορεί παρά να τιμωρηθεί. Είναι σαφές ότι τα δυο αυτά έργα εντάσσονται εξ’ ολοκλήρου στο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκαν. Θα έλεγε κανείς ότι η πραγματικότητα που περιβάλλει τον ποιητή διεισδύει παντού στα μυθολογικά δεδομένα και ο μύθος, αντίστροφα, αποτελεί ζωντανό νόημα για τους θεατές της εποχής. Με τα δεδομένα αυτά για τη χρονολόγηση των «Ηρακλειδών», πιο πιθανή φαίνεται η περίοδος μετά το 430 και πριν από το καλοκαίρι του 427 π.Χ., για την οποία συμφωνούν και λόγοι μετρικοί, που πλησιάζουν χρονολογικά το έργο στη «Μήδεια» (431 π. Χ.) και στον «Ιππόλυτο» (428 π.Χ.).

Βασικά θέματα των «Ηρακλειδών» ο ποιητής τα είχε βρει ήδη επεξεργασμένα. O Αισχύλος είχε γράψει με τον ίδιο τίτλο ένα δράμα που ταυτιζόταν στο κεντρικό θέμα με το έργο του Ευριπίδη. To ξανάνιωμα λ.χ. του Ιόλαου φαίνεται πως υπήρχε και στον Αισχύλο. Ο Πίνδαρος επίσης γνωρίζει τη νίκη των Αθηναίων εναντίον του Ευρυσθέα. Αμφιβολίες όμως γεννιούνται ως προς το επεισόδιο της αυτοθυσίας τη Μακαρίας, που πρέπει μάλλον να θεωρηθεί επινόηση του Ευριπίδη, στον οποίο θέματα τέτοια είναι πολύ αγαπητά.

Ας παρακολουθήσουμε όμως σε γενικές γραμμές την υπόθεση του δράματος: Στον πρόλογο βλέπουμε τον Ιόλαο, ανεψιό και σύντροφο κάποτε του Ηρακλή στους άθλους του, με τα αγόρια του ήρωα να αγκαλιάζουν το βωμό του Δία στο Μαραθώνα, ενώ η Αλκμήνη, η μάνα του Ηρακλή, βρίσκεται με τις κόρες του μέσα στο ναό. Από τον Ιόλαο, που προστατεύει τώρα τα παιδιά του μεγάλου μυθικού ήρωα, μαθαίνομε το δράμα τους:

Ο Ευρυσθέας, ο βασιλιάς του ‘Αργους, καταδιώκει άγρια αυτά τα παιδιά από άσυλο σε άσυλο, απαιτώντας την έκδοσή τους για να τα θανατώσει, από φόβο μήπως εκδικηθούν κάποτε για τον πατέρα τους. Βρίσκονται τώρα, ύστερα από πολλές άκαρπες περιπλανήσεις, ικέτες στον Μαραθώνα, γιατί το τελευταίο καταφύγιο που τους απομένει είναι η Αττική, όπου βασιλεύουν τα παιδιά του Θησέα Δημοφώντας και Ακάμαντας. από τους οποίους θα ζητήσουν προστασία.

Μόνο ο Ύλλος, ο μεγάλος γιος του Ηρακλή, με τα μεγαλύτερα αδέλφια του, έχει σταλεί για να αναζητήσει άλλο καταφύγιο για την περίπτωση που θα τους διώξουν και απ’ αυτή τη χώρα. Στο τέλος της προλογικής ρήσης του Ιόλαου εμφανίζεται αγριεμένος ο Κήρυκας του Ευρυσθέα και προσπαθεί να αποσπάσει με τη βία από το βωμό τον Ιόλαο με τα παιδιά. Ύστερα από έναν ταραγμένο διάλογο σπρώχνει το γέροντα ρίχνοντας τον καταγής, και αυτός καλεί σε βοήθεια.

Στην Πάροδο ο Χορός, από κατοίκους της περιοχής, ακούει από τον Ιόλαο τη δραματική κατάσταση των ικετών, που παρακαλούν για προστασία, και από τον Κήρυκα τις αξιώσεις του Άργους για την τύχη των φυγάδων. Όλα αυτά σε πρωτοφανή για χορικό διαλογική μορφή, που σκοπό έχει να προβάλει την ατμόσφαιρα της έντονης ταραχής.

Στο Α’ επεισόδιο έρχεται ο Δημοφώντας με τον αχώριστο αδελφό του Ακάμαντα, που όμως δε συμμετέχει στο διάλογο, και μαθαίνει τι συμβαίνει. Ακούει τον Ιόλαο και τον Κήρυκα και παρά την κυνική επιχειρηματολογία του δεύτερου, που εμπεριέχει και κάποιες απειλές, ο Δημοφώντας αποφασίζει να προστατέψει τους φυγάδες, όπως το απαιτεί η συγγένεια του μ’ αυτούς, την οποία είχε επικαλεστεί προηγουμένως ο Ιόλαος, η ντροπή που θα αισθανόταν αν υποχωρούσε και κυρίως το δίκαιο που επιβάλλει ο Δίας. Στο τέλος διώχνει με τρόπο απότομο τον Κήρυκα, που φεύγοντας απειλεί με πόλεμο. Ο Ιόλαος ευχαριστεί και εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στο σωτήρα τους υποσχόμενος να μην κατευθύνουν ποτέ το δόρυ τους οι Σπαρτιάτες εναντίον της Αθήνας. (Την ώρα όμως που παρακολουθούν την παράσταση οι Αθηναίοι θεατές γνωρίζουν ότι η υπόσχεση αυτή δεν τηρήθηκε, αφού έχουν υποστεί την επίθεση των Λακεδαιμονίων. Είναι φυσικό λοιπόν να διεγείρεται η αγανάκτηση τους).

Στο Β’ επεισόδιο τα πράγματα διαταράσσονται. Επιστρέφει στη σκηνή ο Δημοφώντας φανερά απογοητευμένος, για να αναγγείλει τον φοβερό όρο που πρόβαλαν οι μάντεις για να εξασφαλιστεί η νίκη των Αθηναίων εναντίον του Ευρυσθέα: Πρέπει να θυσιαστεί μια κόρη από ευγενική γενιά! Ο Δημοφώντας βέβαια ποτέ δε θα μπορούσε να απαιτήσει από τους πολίτες του μια τέτοια θυσία, και ο γέροντας Ιόλαος, που το κατανοεί αυτό, προσφέρεται να θυσιαστεί ο ίδιος. Όμως ο Ευρυσθέας, όπως του εξηγεί ο βασιλιάς, δεν ενδιαφέρεται για τη θυσία ενός γέρου, αλλά για τα παιδιά του Ηρακλή, από τα οποία φοβάται πως θα μπορούσε να προέλθει στο μέλλον ένας εκδικητής.

Μέσα στο πλήρες αδιέξοδο εμφανίζεται μια κόρη του Ηρακλή, η Μακαρία -στο έργο δεν κατονομάζεται, αναφέρεται μόνο ως Παρθένος- που μαθαίνει την κατάσταση και προσφέρεται πρόθυμα να θυσιαστεί η ίδια με τη θέληση της, προκείμενου να αποτραπεί η συμφορά για τα αδέλφια της.

Η κόρη επιδεικνύει ένα αληθινά υπέροχο φρόνημα, καθώς δηλώνει πως πρόθυμα θυσιάζει τη ζωή της στο χρέος της γενιάς της και ότι θα κρατάει την προσφορά αυτή ως θησαυρό στον Άδη αντί για τη χαρά της νιότης και τα τέκνα, που ήταν φυσικό να προσδοκάει στη θέση της, «αν βέβαια υπάρχει κάτι εκεί στον Άδη…». Και εκφράζοντας το γνωστό ανατρεπτικό σκεπτικισμό του Ευριπίδη και στο θέμα αυτό, επιλέγει:

Να μην υπάρχει τίποτα εύχομαι, αν σκοτούρες
έχουμε οι άνθρωποι κι εκεί, και πεθαμένοι ακόμα,
δεν ξέρω πια που θα στραφεί κανείς, το θάνατο μας
προσμένουμε για λύτρωση στα μαύρα βάσανα μας

Τελικά ο Δημοφώντας φεύγει με τη γενναία Μακαρία, ενώ ο συγκλονισμένος Ιόλαος ζητάει να τον οδηγήσουν στο βωμό και να του καλύψουν το πρόσωπο.

Στο Γ’ επεισόδιο ένας θεράποντας του ‘Υλλου φέρνει την ευχάριστη είδηση ότι ο κύριος του συγκέντρωσε στράτευμα και ενώθηκε με τους Αθηναίους, πράγμα που το μαθαίνει και η Αλκμήνη όταν τη καλεί ο Ιόλαος να βγει έξω από το ναό. Ενώ ο θεράποντας είναι έτοιμος να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης, ξαφνικά ο Ιόλαος δηλώνει πως είναι αποφασισμένος να κάνει το ίδιο, για να συλλάβει, λέει τον Ευρυσθέα ζωντανό. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του θεράποντα για τα γεράματά του, που μόνο πρόβλημα θα δημιουργήσουν, και τις εκκλήσεις της Αλκμήνης, που την αφήνει απροστάτευτη, αμετάπειστος ο γέροντας Ιόλαος παίρνει τα όπλα από τα λάφυρα που βρίσκονται στο ναό και με τη βοήθεια του θεράποντα ανα χωρούν για τη μάχη.

Στο Δ’ επεισόδιο περιέχεται η αφήγηση του Αγγελιοφόρου για τη σύγκρουση των δυο στρατών, που έδωσε τελικά τη νίκη στους Αθηναίους. Στο κορύφωμα της αφήγησης αυτής ακούμε ότι ο Ιόλαος δέεται στην Ήβη και στο Δία να του ξαναδώσουν τη νιότη του, έστω και για μια μέρα, και η δέηση του εκπληρώνεται με ένα θαύμα, έτσι που ξανανιωμένος πια ο Ιόλαος προφταίνει το άρμα του Ευρυσθέα στις Σκιρωνίδες Πέτρες και αιχμαλωτίζει τον αντίπαλο του, για να προσφέρει στην Αλκμήνη τον τελικό θρίαμβο επάνω στον εχθρό τους.

Στην Έξοδο ο θεράποντας φέρνει τον αιχμάλωτο Ευρυσθέα στην Αλκμήνη, που με μια αχαλίνωτη δίψα για εκδίκηση του δηλώνει πως ο θάνατος είναι η ελάχιστη τιμωρία γι’ αυτόν, που, για να πληρώσει τα φοβερά του κρίματα, θα έπρεπε να θανατωθεί χίλιες φορές. Ο Ευρυσθέας, για να δικαιολογηθεί, επικαλείται τη βούληση της Ήρας για τα μαρτύρια στα οποία υπέβαλε τον Ηρακλή, και ύστερα την ανάγκη να υπερασπιστεί τον εαυτό του από την εκδίκηση που ήταν φυσικό να επιδιώξουν τα παιδιά του.

Όταν ο κορυφαίος του Χορού ζητάει έλεος για τον αιχμάλωτο, όπως το δίκαιο του πολέμου επιτάσσει και η τιμή της χώρας το επιβάλλει, η Αλκμήνη προτείνει έναν περίεργο, τουλάχιστον, συμβιβασμό: Να σκοτώσουν τον Ευρυσθέα, αλλά να παραδώσουν το πτώμα του στους Αθηναίους να το θάψουν! Ο Ευρυσθέας αναγκάζεται να αποδεχτεί τη μοίρα του, αλλά στο τέλος, αναλαμβάνοντας τυπικά το ρόλο του «από μηχανής θεού», δηλώνει ότι, σύμφωνα με παλαιό χρησμό του Φοίβου, για την πόλη που θέλησε να τον ευσπλαχνιστεί ως αιχμάλωτο θα εξασφαλίσει με τον τάφο του προστασία από εισβολές των Ηρακλειδών, όταν αυτοί θα ξεχάσουν την υποχρέωση τους. Ότι το ξέχασαν οι Σπαρτιάτες, οι απόγονοι του Ηρακλή, αποδεικνύεται από την πολιτική κατάσταση της εποχής που γράφτηκε το έργο. Επομένως πρόθεση του Ευριπίδη ήταν να κλείσει το δράμα του με τον τάφο του Ευρυσθέα, που προστάτευε τους Αθηναίους από την απιστία και την αχαριστία των Ηρακλειδών, εμπνέοντας στους συμπολίτες του την εμπιστοσύνη για τη νίκη στο φοβερά πόλεμο που αντιμετωπίζουν.

Τα τελευταία λόγια της Αλκμήνης, ότι το πτώμα του Ευρυσθέα θα ριχτεί στα σκυλιά να το κατασπαράξουν, παρουσιάζουν ασυνέπεια με τα προηγηθέντα. Όσο όμως και να δικαιολογούνται από ένα νέο ξέσπασμα της ηρωίδας που φτάνει στα όρια της παραφροσύνης, φαίνεται πως κερδίζει έδαφος η παλιά θεωρία του Wilamowitz ότι το έργο δέχτηκε κάποια νεότερη επεξεργασία. Με την ίδια θεωρία περί νεότερου διασκευαστή πρέπει να αντιμετωπισθεί και η περίεργη έκπτωση ενός μέρους του έργου, που θα περιείχε την αφήγηση για τη θυσία της Μακαρίας, θέμα τόσο αγαπητό στον ποιητή, όπως δείχνουν άλλα του έργα, όπου επιμένει στην προβολή παρόμοιων θεμάτων.

Αυτό το έργο, με τους 1055 μόνο στίχους του, είναι εντυπωσιακά σύντομο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες τραγωδίες του Ευριπίδη, ωστόσο η δομή του παρουσιάζει μια εμφανή ανοδική πορεία ως τη νίκη και την απελευθέρωση των ικετών. Η απαίτηση της ανθρωποθυσίας δημιουργεί βέβαια μια επιβράδυνση, που όμως. με την παρέμβαση της Μακαρίας, οδηγεί σε νέα κορύφωση. Μόνο προς το τέλος καταστρέφεται κάπως η κλιμάκωση αυτή με την εκδικητική μανία της Αλκμήνης, τις έωλες δικαιολογίες του Ευρυσθέα και την κάπως αντιφατική στάση του Χορού, που από τη μια ζητάει απερίφραστα να υπάρξει σεβασμός στο δικαίωμα του αιχμαλώτου να μη θανατωθεί και από την άλλη αποδέχεται την πρόταση της Αλκμήνης να θανατωθεί και να παραδοθεί το πτώμα του στους Αθηναίους για ταφή. Παρά τις λεπτομερειακές αυτές ανησυχίες, οι «Ηρακλείδες» είναι μια ακόμα τραγωδία του Ευριπίδη με όλα τα γνωστά βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης του.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 1/2)