ΙΚΕΤΙΔΕΣ

Το πότε ακριβώς διδάχτηκαν οι «Ικέτιδες» του Ευριπίδη παραμένει αντικείμενο αμφισβήτησης. Μερικοί μελετητές, κυρίως για λόγους μετρικούς, ανεβάζουν τη χρονολογία στο 424 π.Χ. περίπου, πολύ κοντά στην «Εκάβη». Άλλοι όμως θεωρούν το έργο νεότερο, με πιθανότερο το έτος 422 π.Χ. Οπωσδήποτε εντάσσεται μέσα στη δεύτερη πενταετία του Αρχιδάμειου πολέμου, όπως συνηγορούν και έμμεσες αναφορές στα γεγονότα της ταραγμένης εκείνης περιόδου.

Το έργο που, όπως και οι «Ηρακλείδες», αποτελεί εγκώμιο των Αθηνών, συμβάλλει αποφασιστικά στη διέγερση του πατριωτισμού των Αθηναίων και στην ενίσχυση της αισιοδοξίας τους μέσα στην πολεμική αναταραχή που τους περιβάλλει. Με ιδιαίτερη ένταση εξάλλου προβάλλεται εδώ το θέμα των σχέσεων με το Άργος, που από την εποχή του Περικλή αποτελεί μια μόνιμη επικαιρότητα και δίνει αφορμή για ζωηρές συζητήσεις. Και άλλα όμως προβλήματα, που απηχούν επίσης τις πολιτικές αρχές του «πρώτου ανδρός», όπως τα σχετικά με το πολίτευμα, την ανάγκη να συμμετέχει ο λαός στις αποφάσεις του άρχοντα, την κοινωνική διάρθρωση, την προβολή της μεσαίας τάξης και την αγωγή των πολιτών, εδώ εντονότερα από όσο σε άλλα δράματα, διεκδικούν την έκφρασή τους ισχυροποιημένα από τους επίμονους προβληματισμούς της εποχής.

Το θέμα είναι γνωστό και εξαιρετικά εκμεταλλεύσιμο για τους Αθηναίους. Ξεκινάει από την άρνηση των Θηβαίων να επιτρέψουν να ταφούν τα πτώματα των Αργείων ηγητόρων, που προσέβαλαν την πόλη τους, άρνηση που παραβιάζει το καθαγιασμένο έθος των Ελλήνων. Οι μητέρες των ηγητόρων, που αποτελούν το Χορό των «Ικετίδων», από τον οποίο η τραγωδία πήρε το όνομα της, έχουν έρθει με τον Άδραστο το βασιλιά του Άργους και αρχηγό της επίμαχης εκστρατείας των Επτά, στην Ελευσίνα της Αττικής, στο ιερό της Δήμητρας, και κάνουν ικεσία προς την Αίθρα, τη μητέρα του Θησέα, του βασιλιά της Αθήνας. Ο Θησέας, διστακτικός στην αρχή, συγκινημένος τελικά από τη θερμή έκκληση της μητέρας του, απορρίπτει το αλαζονικό αίτημα του Θηβαίου κήρυκα να παραδώσει τους ικέτες και παίρνει πίσω διά της βίας τα πτώματα, να τα θάψουν. Στο τέλος η Ευάδνη, η χήρα του Καπανέα, ενός από τους ηγήτορες των Επτά, ρίχνεται πάνω στη νεκρική πυρά του ανδρός της.

Την ίδια υπόθεση είχε πραγματευθεί ήδη ο Αισχύλος στους «Ελευσινίους» του, και ο Πλούταρχος μας διασώζει τη σημαντική λεπτομέρεια ότι ο Θησέας εκεί εξασφάλιζε την απόδοση των πτωμάτων όχι με μάχη αλλά με την πειθώ.

Στις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη, που εκτείνονται σε 1234 στίχους, η ανέλιξη των γεγονότων παρουσιάζεται συνοπτικά ως εξής:

Όπως και στους «Ηρακλείδες», το δράμα αρχίζει με μια στημένη σκηνή ικετείας. Η σκηνή παριστάνει το ανάκτορο των Ελευσινιακών θεαινών. Στην είσοδο κάθεται ο Άδραστος ανάμεσα στα αγόρια, τους γιους των νεκρών στρατηγών, που αποτελούν έναν βοηθητικό χορό. Δεν είναι εύκολο να φανταστούμε πώς σχηματίζονται οι διάφορες ομάδες μπρος στα μάτια των θεατών, αν σκεφτούμε ότι το βασικό χορό αποτελούν οι μανάδες των νεκρών στρατηγών και, εκτός από τα αγόρια, παρεμβαίνει και μια ομάδα από θεράπαινες.

Η Αίθρα, η μητέρα του Θησέα, εκφωνεί την προλογική ρήση δίπλα στο βωμό, ζητώντας από τις θεές του τόπου ευημερία για την ίδια, για το Θησέα και για την Αττική, κατασυγκινημένη από τον πόνο των μανάδων των Αργείων στρατηγών, που βρήκαν τραγικό θάνατο μπρος στις επτά πύλες της Θήβας. Γνωρίζει καλά ότι η άρνηση των Θηβαίων να αποδώσουν τους νεκρούς για ταφή σημαίνει καταπάτηση ενός από τους πανάρχαιους νόμους που έχουν ορίσει οι θεοί, γι’ αυτό στέλνει έναν κήρυκα να καλέσει το Θησέα, που είναι ο μόνος αρμόδιος να αποφασίσει πώς θα ενεργήσει την κρίσιμη αυτή στιγμή.

Μετά την Πάροδο, όπου ο Χορός θρηνεί τη μοίρα του και ικετεύει την Αίθρα να πείσει το Θησέα να επέμβει, ακολουθεί το Α’ επεισόδιο, όπου ο Θησέας πληροφορείται από τον Άδραστο τα προηγηθέντα και επικρίνει την ασύνετη συμπεριφορά του βασιλιά του Άργους, που ανέλαβε έναν ολέθριο πόλεμο παρερμηνεύοντας τους οιωνούς και απορρίπτοντας τα δυσοίωνα προφητικά λόγια του Αμφιάραου. Η Αίθρα όμως, συγκλονισμένη από το δράμα των ικετών που αντιμετωπίζει σα μάνα, πείθει το Θησέα να υποχωρήσει προβάλλοντας του έντονα τη δύναμη του Νόμου, αφού διακυβεύονται θεσμοί με πανελλήνιο κύρος, που πάνω τους στηρίζονται η υπόσταση και η ευημερία ενός κράτους. Έτσι ο Θησέας δηλώνει τελικά πως θα υπερασπιστεί το δίκαιο των νεκρών, με την απαραίτητη συναίνεση βέβαια της πόλης του, και θα επιβάλει αυτό το δίκαιο ακόμα και με τη βία, αν χρειαστεί. Κατόπιν με θερμά λόγια σεβασμού οδηγεί τη μητέρα του πίσω στην Αθήνα.

Μετά την ευγνωμοσύνη και την ελπίδα που εκφράζει ο Χορός στο Α’ στάσιμο, επιστρέφει ο Θησέας και δίνει εντολή σε έναν κήρυκα να ζητήσει από τους Θηβαίους να παραδώσουν τους νεκρούς στρατηγούς για να ταφούν. Τους προλαβαίνει όμως ο κήρυκας από τη Θήβα, οπότε αρχίζει ένας διπλός «αγώνας λόγων» ανάμεσα σ’ αυτόν και στο Θησέα: Στην αρχή γίνεται μια αναχρονιστική αντιπαράθεση των δύο πολιτικών συστημάτων, της αθηναϊκής δημοκρατίας και του θηβαϊκού απολυταρχισμού, θέμα που απηχεί το ζωηρό ενδιαφέρον της εποχής του Ευριπίδη. Ύστερα ο Θηβαίος κήρυκας, εκτός από την άρνηση για την απόδοση των νεκρών, ανακοινώνει και την αξίωση του Κρέοντα να φύγουν ή να διωχτούν οι Αργείοι ικέτες από την Αττική και να μην αναλάβει ο Θησέας έναν επιπόλαιο πόλεμο που μόνο καταστροφή μπορεί να φέρει, για να υπερασπιστεί ανθρώπους ανόσιους, που τους είχε σημαδέψει η οργή του Δία. Κοφτή είναι η άρνηση του Θησέα να δεχτεί εντολές του Κρέοντα και δηλώνει πως πανελλήνιος νόμος τον υποχρεώνει να υπερασπίσει το δίκαιο των νεκρών. Τέλος ο Κήρυκας φεύγει απειλώντας και ο Θησέας δίνει εντολή στους δικούς του να βρίσκονται σε απόλυτη ετοιμότητα.

Μετά το Β’ στάσιμο, που καλύπτει τυπικά την αναχώρηση του στρατού για τη μάχη, το Γ’ επεισόδιο ανήκει στον Αγγελιοφόρο, έναν από τους δορυφόρους του Καπανέα, που είχε πιαστεί αιχμάλωτος στην επίθεση των Επτά και τώρα μπόρεσε να παρακολουθήσει τα γεγονότα από έναν πύργο της Θήβας. Μετά την πλατιά περιγραφή της μάχης, που έδωσε τη νίκη στους Αθηναίους, ανακοινώνει ότι τα πτώματα των Επτά στρατηγών, αφού τα περιποιήθηκε με ευλάβεια ο Θησέας, μεταφέρονται τώρα στην Ελευσίνα, ενώ οι υπόλοιποι νεκροί έχουν ταφεί στον Κιθαιρώνα.

Ακολουθεί το Γ’ στάσιμο, όπου εκφράζεται η χαρά της νίκης, αλλά περιέχεται και ο αναμενόμενος θρήνος των μανάδων και του Άδραστου για τους νεκρούς.

Στο Δ’ επεισόδιο, ύστερα από σχετική ερώτηση του Θησέα, μαθαίνομε από τον Άδραστο τις πολεμικές αρετές των Επτά αρχηγών, με σκοπό ίσως να φανεί ότι πράγματι άξιζε να θρηνηθούν αυτοί που θρηνήθηκαν τόσο και να ακούσουν οι Αθηναίοι που είχαν συγκεντρωθεί στο θέατρο ότι «η ευανδρία είναι διδακτή», θέμα που ερέθιζε ζωηρότατα τα πνεύματα τότε με τις σχετικές συζητήσεις των σοφιστών. Στο τέλος του επεισοδίου ο Θησέας ανακοινώνει ότι ο Καπανέας, που χτυπήθηκε από τον κεραυνό του Δία, πρόκειται να ταφεί χωριστά από τους άλλους, δίπλα στο ιερό -πράγμα που δημιουργεί τις σκηνικές προϋποθέσεις για το επεισόδιο της Ευάδνης που θα ακολουθήσει- και εμποδίζει τις μητέρες να συνοδεύσουν τα σώματα των παιδιών τους στη νεκρική πυρά, με την αιτιολογία ότι θα ήταν πολύ σκληρή δοκιμασία για τις γυναίκες η θέα των παραμορφωμένων κορμιών.

Μετά το Δ’ στάσιμο, που περιέχει το θρήνο των μανάδων, ολόκληρο το Ε’ επεισόδιο καλύπτεται από το αυτοτελές σχεδόν θέμα της Ευάδνης, που είναι αποφασισμένη να ριχτεί από ένα βράχο στην πυρά του άνδρα της Καπανέα, χωρίς να μπορεί να τη μεταπείσει ούτε η θερμή παρέμβαση του πατέρα της Ίφη, που έχει έρθει στο μεταξύ για το γιο του τον Ετέοκλο.

Στο Ε’ στάσιμο έχουμε, με τη μορφή κομμού, γενικευμένο θρήνο από τις μητέρες και από έναν βοηθητικό χορό αγοριών, που έχουν έρθει κρατώντας τις τεφροδόχες υδρίες των πατέρων τους.

Στην Έξοδο ο Θησέας θυμίζει στους ικέτες την ευεργεσία της Αθήνας και αξιώνει από το Άργος ανταπόδοση, αλλά η Αθηνά, που εμφανίζεται «από μηχανής», απαιτεί από το Θησέα να δεσμεύσει το Άργος με επίσημο όρκο ότι δε θα επιτεθεί ποτέ στην Αθήνα και ότι θα αποτρέψει επιδρομές άλλων. Ο όρκος να χαραχτεί πάνω στην κοίλη επιφάνεια ενός τρίποδα, που έδωσε κάποτε στο Θησέα ο Ηρακλής, και ο τρίποδας να σταλεί στους Δελφούς, στο ιερό μαντείο του Απόλλωνα. Το κεντρικό αυτό σημείο της τραγωδίας είναι φυσικό εκτός από τα άλλα συναισθήματα, να προκαλεί και την αγανάκτηση των Αθηναίων ακροατών, που αντιμετωπίζουν την ωμή παραβίαση του ιερού όρκου με την άγρια επίθεση των Πελοποννησίων εναντίον τους. Το έργο κλείνουν τα γεμάτα ευλαβική υπακοή λόγια του Θησέα προς την Αθηνά και ανάπαιστοι του Χορού, που βέβαια είναι έτοιμος για τον όρκο…

Πρέπει να ειπωθεί ότι, με αφορμή την κάποια αυτοτέλεια ορισμένων μερών, επικρίθηκε η συνθετική ενότητα του δράματος από αρκετούς μελετητές, που έφθασαν μάλιστα και σε υπερβολές. Φαίνεται πάντως πως ο ποιητής ενδιαφερόταν πιο πολύ για το δραματικό αποτέλεσμα των επιμέρους σκηνών παρά για την πυκνή συνάρθρωση μεταξύ τους, χωρίς να χάνει όμως και τη γενικότερη εποπτεία του συνόλου. Άλλωστε είναι μια τεχνική που δεν αρνείται γενικά ο Ευριπίδης.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 1/2)