ΚΥΚΛΩΠΑΣ

Όπως είναι γνωστό, το σατυρικό δράμα ήταν πάντοτε το καταληκτικό έργο κάθε τετραλογίας, με σκοπό να ανακουφίσει τον ψυχισμό των θεατών από το συναισθηματικό φόρτο που δέχτηκε από τις τρεις τραγωδίες που είχαν προηγηθεί. Ο «Κύκλωπας» είναι το μόνο σατυρικό δράμα από την αρχαιότητα που έχουμε σήμερα ολοκληρωμένο, μαζί με ένα μεγάλο μέρος από τους «Ίχνευτές» του Σοφοκλή, και βέβαια μικρά αποσπάσματα και πολλούς τίτλους άλλων ανάλογων έργων.

Ως προς τη χρονολόγησή του, διατυπώθηκαν πολλές, και διαμετρικά αντίθετες, απόψεις από τους μελετητές, μάλλον όμως πρέπει να θεωρηθεί από τα πιο όψιμα έργα του Ευριπίδη, με βάση κυρίως το πλήθος των αναλύσεων στους ιαμβικούς τριμέτρους και τις συχνές αντιλαβές στους διάλογους, που χαρακτηρίζουν τις τελευταίες τραγωδίες του ποιητή. Δεν μπορεί παρά να υπάρχει σχετικός συγχρονισμός στη συγγραφή των τραγωδιών και των σατυρικών δραμάτων, γεγονός που δεν επιτρέπει να υποθέσουμε σημαντικές μετρι­κές διαφορές ανάμεσά τους.

Το θέμα μας είναι γνωστό από την «Κυκλώπεια» της Οδύσσειας, όπως αυτή εκτίθεται στη ραψωδία ι, μόνο που εκεί τα πάντα εξελίσσονται μέσα στην κατάκλειστη σπηλιά του Κύκλωπα, ενώ εδώ ο ποιητής πρέπει να φέρει τη δράση μπροστά στο σκηνικό οικοδόμημα, πράγμα που αποτελούσε ένα αναμφισβήτητο πρόβλημα γι’ αυτόν, ενώ η παρουσία του δεκαπενταμελούς σατυρικού Χορού -στοιχείο ανύπαρκτο για τη ραψωδία, απαραίτητο όμως για το σατυρικό δράμα- δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τα πράγματα.

Στον Πρόλογο μαθαίνουμε από το Σιληνό ότι ο ίδιος και οι Σάτυροι του βρίσκονται στην Αίτνα, υποχρεωμένοι να υπηρετούν δουλικά στη σπηλιά του το μονόφθαλμο ανθρωποφάγο Κύκλωπα Πολύφημο, αφού θαλασσοταραχή έριξε το πλοίο τους εκεί, στην προσπάθεια τους να βρουν και να βοηθήσουν το θεό Διόνυσο, που τον είχαν αρπάξει Τυρρηνοί πειρατές. Στην Πάροδο εμφανίζονται και οι Σάτυροι σαλαγώντας με τρόπο κωμικό ένα κοπάδι πρόβατα και χορεύοντας κατά τη συνήθειά τους τη σίκιννη.

Στο Α’ επεισόδιο έρχεται και ο Οδυσσέας με δώδεκα ναύτες του, αφού άφησε το πλοίο του με το υπόλοιπο πλήρωμα στην ακτή, όπου τον έριξαν κι αυτόν οι αέρηδες. Φέρνει μαζί του κρασί, για να το ανταλλάξει με τρόφιμα -κρέατα, τυριά και γάλατα- από τα αποθέματα του Κύκλωπα που βρίσκονται μέσα στη σπηλιά του, όπως πληροφορείται στη συζήτησή του με το Σιληνό, που δεν παραλείπει να τον ενημερώσει και για τις ανθρωποφαγικές διαθέσεις του αφέντη του. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε μια διασκεδαστική εμπορική συναλλαγή, ώσπου ο Σιληνός γεύεται το κρασί που του προσφέρει ο Οδυσσέας. Έξαλλος από ενθουσιασμό είναι έτοιμος πια να ανταλλάξει τα πάντα με το θεϊκό πιοτό και σε πλήρη ευθυμία διατυπώνονται διάφορα χωρατά και σκανδαλιστικοί υπαινιγμοί για τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς την όμορφη σύζυγο του Μενέλαου.

Με την άφιξη όμως του πελώριου ανθρωποφάγου Κύκλωπα, που επιστρέφει από το κυνήγι του, διαλύεται απότομα κάθε ευθυμία. Ο Σιληνός συμβουλεύει τον Οδυσσέα να κρυφτεί με τους συντρόφους του στα κοιλώματα της σπηλιάς, αυτός όμως το απορρίπτει επικαλούμενος την ανδρεία τους στην Τροία, πράγμα που απαιτεί η σκηνική διαδικασία. Όταν τους αντιλαμβάνεται ο Κύκλωπας να κρατούν τις προμήθειες από τα αποθέματα του, ο Σιληνός, αναψοκοκκινισμένος από το κρασί που πρόλαβε να κατεβάσει, αραδιάζει ένα σωρό ψέματα: Ότι δήθεν τον έχουν ξυλοφορτώσει και του άρπαξαν τα τρόφιμα με τη βία, πράγμα όμως που διαψεύδουν οι Σάτυροι. Έξαλλος ο Κύκλωπας απειλεί πως θα γεμίσει την κοιλιά του με ανθρώπινα κρέατα, που καιρό τώρα τόσο έχει λαχταρήσει.

Σε έναν αγώνα λόγων ανάμεσα στον Οδυσσέα και τον Κύκλωπα, ο πρώτος του θυμίζει το θεϊκό πατέρα του, τον Ποσειδώνα, επικαλείται το πανελλήνιο αίσθημα της φιλοξενίας, το νόμο που προστατεύει τους ικέτες και με σοβαρότητα παρατηρεί ότι φτάνει πια το αίμα που χύθηκε στην Τροία. Ο Κύκλωπας όμως του απαντάει απερίφραστα πως πρόκειται να τους κατασπαράξει όλους και δε δίνει δεκάρα για τους θεούς, παρά μόνο για το φαί και την καλοπέραση. Όποιος έχει μυαλό και δύναμη, δηλώνει, δε λογαριάζει καθόλου τους νόμους, που δεν είναι παρά δεσμευτικό κατασκεύασμα των ανθρώπων που αποβλέπει στην υποταγή τους – εδώ ακούγεται βέβαια η φωνή των ακραίων σοφιστών της εποχής του ποιητή.

Στο Χορικό που ακολουθεί, στη μέση σχεδόν του έργου, οι Σάτυροι δηλώνουν τον αποτροπιασμό τους για τη βάρβαρη ανθρωποφαγία του Κύκλωπα, και στο επόμενο Επεισόδιο ο Οδυσσέας βγαίνει από τη σπηλιά και ανακοινώνει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ότι ο Κύκλωπας καταβρόχθισε ήδη ανάλγητα δύο από τους συντρόφους του. Προσθέτει ύστερα ότι ο ίδιος κατάφερε να τον μεθύσει με κρασί και τώρα βγήκε από τη σπηλιά, για να καταστρώσει το εκδικητικό του σχέδιο, που θα τους επιτρέψει να σωθούν. Εδώ δε γίνεται λόγος για το κλείσιμο της σπηλιάς με τον περίφημο βράχο, όπως συμβαίνει στην Οδύσσεια. Επομένως μένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί οι σύντροφοι του Οδυσσέα παραμένουν μέσα στους κρυψώνες και δεν επιχειρούν να βγουν έξω, όπως βγήκε και ο Οδυσσέας.

Το σχέδιο του πολυμήχανου ήρωα από την Ιθάκη είναι να τυφλώσει το μονόφθαλμο Κύκλωπα με έναν αναμμένο δαυλό, μόλις αυτός βυθιστεί στον ύπνο μεθυσμένος. Οι Σάτυροι, που πήραν την υπόσχεση ότι θα σωθούν και οι ίδιοι με το κόλπο αυτό, επικροτούν ενθουσιασμένοι. Στο επόμενο Επεισόδιο βγαίνει στη σκηνή και ο Κύκλωπας παραπαίοντας από το μεθύσι και δηλώνει πως θέλει να μοιραστεί τη χαρά του πιοτού με τους μονόφθαλμους αδελφούς του. Τον αποτρέπει όμως ο Οδυσσέας λέγοντας του πως είναι πιο ασφαλές να το απολαμβάνει μόνος του μέσα στη σπηλιά του. Ο Σιληνός συμφωνεί και τώρα ασκεί χρέη οινοχόου προς το αφεντικό του, ενδιαφέρεται όμως πρώτα για τον εαυτό του και πίνει στα κρυφά όσο μπορεί. Ο Κύκλωπας, που σε σχετική ερώτησή του έμαθε από τον Οδυσσέα πως ονομάζεται «Κανένας», του υπόσχεται πως για αντάλλαγμα θα τον καταβροχθίσει τελευταίον, και ύστερα αρπάζει το Σιληνό για τη σπηλιά του να διασκεδάσει μαζί του δηλώνοντας πως του αρέσουν περισσότερο τα αγόρια. Εδώ ο Οδυσσέας παρακαλεί τους θεούς να βοηθήσουν, για να αποδείξουν τη δύναμή τους και πως δεν είναι υποχείριοι της Τύχης.

Οι Σάτυροι, που σε ένα σύντομο Χορικό δηλώνουν προκαταβολικά τη χαρά τους για την εκδίκηση και την ποθητή επιστροφή τους στο Διόνυσο, στην Έξοδο του έργου, με διάφορες κωμικές προφάσεις, αποφεύγουν να συμμετάσχουν στην τύφλωση του Κύκλωπα. Την πράξη της εκδίκησης θα εκτελέσουν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του μέσα στη σπηλιά, ενώ οι Σάτυροι θα περιοριστούν να τους ενθαρρύνουν μόνο με λόγια.

Τώρα το έργο προχωρεί γοργά προς το τέλος. Ο τυφλωμένος Κύκλωπας παρουσιάζεται στο άνοιγμα της σπηλιάς κραυγάζοντας πως τον τύφλωσε ο Κανένας, όπως άκουσε στο στ. 549. Οι Σάτυροι τον περιπαίζουν και προσπαθούν να τον παραπλανήσουν στις απεγνωσμένες κινήσεις του να εντοπίσει τους εχθρούς του, ώσπου ο Οδυσσέας αποκαλύπτει το πραγματικό του όνομα. Τότε ο Κύκλωπας αναγνωρίζει την εκπλήρωση παλαιού χρησμού, προβλέπει όμως και τα δεινά που περιμένουν στο εξής τον Οδυσσέα στις διάφορες περιπλανήσεις του. Η απειλή του ωστόσο, πως θα εκσφενδονίσει βράχο επάνω στους φυγάδες, δεν είναι δυνατόν βέβαια να πραγματοποιηθεί εδώ.

Με τη σωτηρία του Οδυσσέα και των συντρόφων του, ύστερα από τη δίκαιη τιμωρία του ανθρωποφάγου Κύκλωπα, το δράμα αυτό οδηγείται σε αίσια έκβαση, όπως συμβαίνει και με άλλα έργα του Ευριπίδη της ίδιας εποχής. Αν εντάσσεται στα καθαρά σατυρικά έργα, αυτό οφείλεται στην παρουσία των Σατύρων με τα διάφορα κωμικά τους καμώματα, που παρά την ευτέλειά τους διασκεδάζουν και γοητεύουν, στις ατέλειωτες πονηριές του Σιληνού με τις ψευδολογίες και την ασύστολη οινοποσία του και στη χοντροκομμένη συμπεριφορά του Κύκλωπα με την ανατριχιαστική του βαρβαρότητα.

Παρ’ όλα αυτά, σε σύγκριση με τους «Ιχνευτές» του Σοφοκλή και με άλλα αποσπάσματα σατυρικών έργων που σώθηκαν, το έργο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί από τα υποδειγματικά στο είδος του. Και έτσι ακόμα όμως παίρνουμε μια γεύση από ένα ολοκληρωμένο σατυρικό δράμα, το μόνο που ευτυχώς έχουμε στα χέρια μας.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 2/2)