ΜΗΔΕΙΑ

Η «Μήδεια», η δεύτερη τραγωδία του Ευριπίδη που μας σώζεται, διδάχτηκε ως πρώτο δράμα στα Μεγάλα Διονυσία του 431 π.Χ. μαζί με τον «Φιλοκτήτη», του οποίου την υπόθεση γνωρίζομε από το αντίστοιχο έργο του Σοφοκλή, τον «Δίκτυ», τον ψαρά της Σερίφου που ανέσυρε τη λάρνακα με τη Δανάη και τον Περσέα, και το σατυρικό δράμα «Θερισταί», το οποίο ήταν ήδη χαμένο στα χρόνια των Αλεξανδρινών. Με την τετραλογία αυτή, παρά τη μεταγενέστερη φήμη της «Μήδειας», ο Ευριπίδης κατατάχτηκε τελευταίος, με πρώτο τον Ευφορίωνα, γιο του Αισχύλου -μάλλον με έργα του πατέρα του- και δεύτερο το Σοφοκλή.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η Μήδεια υπήρξε το αντικείμενο τραγωδιών και του Αισχύλου και του Σοφοκλή, όμως μόνο το δράμα του Ευριπίδη μας σώθηκε. Εδώ, όπως μας παραδόθηκε, ο ποιητής πραγματεύεται το τελευταίο μέρος της ιστορίας του Ιάσονα και της Μήδειας, της κόρης του Αιήτη από την Κολχίδα, που βοήθησε από έρωτα τον Ιάσονα να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να κομματιάσει τον αδελφό της Άψυρτο και να τον πετάει στη θάλασσα, για να εμποδίσει τον πατέρα της στην καταδίωξη τους. Ο Ιάσονας έφερε το πολύτιμο λάφυρο στον Πελία, το βασιλιά της Ιωλκού, που είχε καταχραστεί το θρόνο από τον πατέρα του Ιάσονα, τον Αίσονα. Γι’ αυτό και η αδίστακτη φαρμακεύτρα Μήδεια τον εκδικήθηκε για το χατίρι του αγαπημένου της πείθοντας τις κόρες του, τις Πελιάδες, να τον βράσουν σ’ ένα καζάνι με μαγικά βότανα, για να τον ξανακάνουν δήθεν νέο, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσουν εκείνες άθελα τους. Οργισμένος ο αδελφός τους Άκαστος έδιωξε το ζευγάρι από την Ιωλκό, και αυτοί βρήκαν καταφύγιο στην Κόρινθο.

Εδώ διαδραματίζεται τώρα η υπόθεση της «Μήδειας» του Ευριπίδη, που σε γενικές γραμμές είναι η εξής: Ο πάντα φιλόδοξος Ιάσονας ετοιμάζεται να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά Κρέοντα, παραβιάζοντας ασύστολα τους όρκους που είχε δώσει στη Μήδεια, πράγμα που ξεσηκώνει την άγρια οργή της τελευταίας και φανερά διακηρύσσει πως θα εκδικηθεί.

Ο Κρέοντας, που φοβάται την εκδίκηση της «μάγισσας» για τον εαυτό του και την κόρη του, διατάζει να εξοριστούν αμέσως η Μήδεια και τα παιδιά της. Τον καταφέρνει όμως η ηρωίδα να την αφήσει μόνο για μια μέρα, δήθεν για να ετοιμαστεί, και μέσα σ’ αυτήν τη μέρα κατορθώνει να σκοτώσει τη νύφη με τον πατέρα της με ένα δηλητηριασμένο πέπλο και ένα μαγικό διάδημα. Ύστερα προχωρεί στην τραγική ακρότητα να σκοτώσει τα ίδια τα παιδιά της, για να εκδικηθεί τον άπιστο πατέρα τους και να μην αφήσει, λέει, να το κάνουν οι εχθροί της και να γελούν σε βάρος της! Στο τέλος, χλευάζοντας τον Ιάσονα στην απελπισία του, η εγγονή του Ήλιου με ένα φτερωτό άρμα διαφεύγει στην Αθήνα, όπου είχε διασφαλίσει άσυλο από το βασιλιά της Αιγέα, ο οποίος είχε εμφανιστεί προηγουμένως, περίπου στη μέση του έργου.

Η σκηνή με τον Αιγέα, που προσφέρει τη διέξοδο στη Μήδεια, διαρθρώνει το δράμα σε δυο μέρη: Στο πρώτο μισό παρουσιάζεται η δραματική κατάσταση της ηρωίδας, που μετά την προδοσία του Ιάσονα είναι αποφασισμένη να πάρει εκδίκηση, αφού κατάφερε και τον Κρέοντα να αναβάλει για μια μέρα την αποπομπή της από την Κόρινθο. Ο μεγάλος «αγώνας λόγων» μεταξύ Μήδειας και Ιάσονα προβάλλει ανάγλυφα, με τη μοναδική δεξιοτεχνία του ποιητή, το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στους δυο χαρακτήρες, τη φλεγόμενη περίπτωση της Μήδειας από τη μια, και από την άλλη τον κυνικό υπολογισμό του Ιάσονα, και ενισχύει το πάθος για την εκδικητική πράξη.

Μετά την εμφάνιση του Αιγέα η Μήδεια ορμάει σταθερά στο δρόμο της με τη σκευωρία που σκοτώνει τη νύφη και τον πατέρα της και ύστερα με το φόνο των παιδιών της, έστω κι αν η συνέπεια της πορείας αυτής διαταράσσεται από την εσωτερική σύγκρουση της μάνας μπροστά στην ανάγκη να σκοτώσει τα σπλάχνα της, που της θολώνει το νου και την κάνει τρεις φορές να οπισθοχωρεί έντρομη μπροστά στο αποτρόπαιο έγκλημα κι αμέσως μετά να ορμάει ακάθεκτη παραλογιασμένη από το πάθος της.

Η κατακλείδα του έργου -απομονωμένη κάπως από το υπόλοιπο δράμα και που την έψεξε ο Αριστοτέλης, γιατί δεν την έβρισκε δεμένη λειτουργικά με το έργο- παρουσιάζει τη Μήδεια πάνω στο μαγικό άρμα του Ήλιου, αφού έχει πια γευτεί λαίμαργα το θρίαμβο της, να περνάει, από το τραγικό επίπεδο της ανθρώπινης οδύνης, στην περιοχή του δαιμονικού, όπου εξαφανίζεται, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Albin Lesky.

Προϋπήρχε βέβαια ο μύθος ότι η Μήδεια σκότωσε άθελα τα παιδιά της στην προσπάθειά της να τα κάνει αθάνατα και τα έθαψε στο ιερό της Ήρας της Ακραίας στην Κόρινθο. Όμως αυτόν το μύθο ο ανατρεπτικός ποιητής τον μεταμόρφωσε εντελώς με τη δαιμονική μορφή της μάγισσας, που τον είχε γοητεύσει ήδη στις «Πελιάδες» του το 455 π.Χ., και τώρα τον ξαναγοητεύτει στο ρόλο μιας γυναίκας που φτάνει στην τραγική ακρότητα να σκοτώσει τα ίδια τα παιδιά της, για να εκδικηθεί τον επίορκο άνδρα της, ο οποίος την εγκατέλειψε άκαρδα και αισχρά!

«Αυτή η αντίδραση της Μήδειας», επισημαίνει ο Paul Kroh, «περιγράφεται σε τρεις καίριες στιγμές του έργου, σε τρεις μεγάλους λόγους, με τους οποίους η ηρωίδα οδηγείται τελικά στην πρωτοφανή εκδικητική της ενέργεια, τρεις λόγους στους οποίους ο Ευριπίδης ανέπτυξε μια άγνωστη ως τώρα δεξιοτεχνία στο πλάσιμο μονόλογων, όπου παρουσιάζονται με τρόπο συγκλονιστικό η απόφαση μιας βαθιά προσβεβλημένης γυναίκας, η ταλάντευσή της μεταξύ συμπόνιας, αγάπης και άμετρου μίσους, η νίκη του πάθους πάνω στη λογική και, τελικά, ο άγριος φόνος των παιδιών, η καινούργια παραλλαγή στην αρχική μορφή του μύθου. Δεν πρόκειται πια για τραγική σύγκρουση μεταξύ θεού και ανθρώπου, αλλά για σύγκρουση που γίνεται στην ψυχή του κατασπαραγμένου μέσα του ανθρώπου, ανθρώπου που μιλάει με τον εαυτό του, που παλεύει με τον εαυτό του, που αγωνίζεται και ξεσκίζεται. Η διχασμένη προσωπικότητα της ηρωίδας, η φαινομενική αντίθεση αντικρουόμενων στην ψυχή του άνθρωπου αισθημάτων, είναι μια από τις μεγάλες ανακαλύψεις του Ευριπίδη, που τον βοήθησε να κάνει ορατές βαθύτερες διαστάσεις της ανθρώπινης ψυχής. Η μεγάλης έκτασης επίδραση που άσκησε το δράμα αυτό στο ευρωπαϊκό θέατρο -συνολικά διακόσιες επεξεργασίες του θέματος- δείχνει πόσο τολμηρό, αλλά και γοητευτικό, ήταν το καινούριο αυτό επίτευγμα».

Μίσος και τυφλό πάθος λοιπόν με το κορύφωμα της τραγωδίας οδηγούν τη Μήδεια στην απόφασή της, που κλιμακώνεται με απαράμιλλη δραματική τέχνη, να κάνει την πιο αποτρόπαιη θυσία, τη θυσία των παιδιών της, στο βωμό του πληγωμένου της φιλότιμου. Αν σκεφθούμε πως είμαστε μπροστά στην έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου και πως τόπος του δράματος είναι η αντίζηλος των Αθηνών εμπορική δύναμη, η Κόρινθος, η οποία δεκαετίες τώρα τρέφει άσπονδο μίσος εναντίον των Αθηναίων, που απειλούν τα ζωτικά της συμφέροντα, και εξωθεί τα πράγματα στα άκρα με τρόπο επίμονο και λυσσαλέο, δεν αστοχεί η υπόνοια πως ο Ευριπίδης άγγιξε καίρια και τη φλογισμένη ψυχή της αθηναϊκής υπερηφάνειας, που παρέσυρε προς τον πόλεμο τουλάχιστον όσο και ο υπολογισμός του συμφέροντος.

Επομένως ο ποιητής, χωρίς να βγαίνει από το επίπεδο των προσωπικών σχέσεων, χωρίς να προχωρεί δηλαδή στους πολιτικούς στόχους, εκφράζει στο συναισθηματικό κλίμα που επικρατεί όλα τα καίρια χαρακτηριστικά της γενικότερης ψυχολογίας την κρίσιμη εκείνη ώρα με αμείλικτη ακρίβεια. Και αυτό είναι ένα ακόμα ανυπολόγιστο επίτευγμα του μεγάλου δραματουργού.

Είναι πραγματικά δυστύχημα που αγνοούμε εντελώς ποια έργα των δυο άλλων τραγικών επιλέχτηκαν για την κρισιμότητα εκείνης της στιγμής και δε γνωρίζομε πώς αντέδρασαν εκείνοι στο κλίμα της γενικής αναταραχής μπροστά στην έκρηξη του πιο καταστροφικού πολέμου για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Η «Μήδεια» όμως του ευαίσθητου στα πάντα Ευριπίδη μοιάζει να είναι αψευδής μάρτυρας του κλίματος αυτού, εκτός του αναμφισβήτητου επιτεύγματος ότι βυθίζει το μαχαίρι ως τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής και φέρνει στην επιφάνεια τα πιο σκοτεινά βάθη της.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 1/2)