ΟΡΕΣΤΗΣ

Η τραγωδία «Ορέστης» διδάχτηκε το 408 π.Χ., λίγο πριν εγκαταλείψει ο ποιητής οριστικά την Αθήνα καταφεύγοντας στη Μακεδονία, και φαίνεται πως γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα. (Μαρτυρείται επανάληψή της και το 341 π.Χ. από τον ηθοποιό Νεοπτόλεμο.)

Με την έναρξη του έργου βλέπουμε τον Ορέστη να κείτεται κοιμισμένος πάνω σε μια κλίνη και την Ηλέκτρα καθισμένη δίπλα του να τον φροντίζει με στοργή και τρυφερότητα. Αυτή εκφωνεί και την προλογική ρήση. Ξεκινώντας από τη γενεαλογία των Ατρειδών φτάνει στην τραγική κατάσταση που αντιμετωπίζουν τώρα η ίδια και ο αδελφός της μετά το φόνο της μάνας τους: Έξι μέρες πέρασαν από τότε που έκαψαν το πτώμα της Κλυταιμνήστρας και ο Ορέστης βασανίζεται από κρίσεις παραφροσύνης, πνιγμένος στα δάκρυα. Τώρα έχει πέσει σε λήθαργο παυσίπονο. Τη μέρα αυτή οι Αργείοι πρόκειται να αποφασίσουν την τιμωρία τους με δημόσιο λιθοβολισμό. Μοναδική ελπίδα του Ορέστη είναι η άφιξη του Μενέλαου, που τον περιμένουν με αγωνία, ενώ και η Ελένη είχε φτάσει τη νύχτα από το φόβο των συγγενών των θυμάτων που χάθηκαν για χατίρι της στην Τροία. Στο ‘Αργος όμως είχε μεγαλώσει και η κόρη της Ερμιόνη, όσο εκείνη έλειπε, και τώρα βρίσκει σ’ αυτήν παρηγοριά.

Η Ελένη εμφανίζεται και αυτή στον Πρόλογο θέλοντας να στείλει χοές στον τάφο της Κλυταιμνήστρας, αφού η ίδια αδυνατεί να πάει από το φόβο των Αργείων, και ζητάει από την Ηλέκτρα να ικανοποιήσει την επιθυμία της. Η τελευταία όμως, όπως είναι αναμενόμενο, αρνείται, εφόσον έχει συμμετάσχει στη δολοφονία της μητέρας της, και προτείνει να ανατεθεί η αποστολή στην Ερμιόνη, που τη μεγάλωσε η Κλυταιμνήστρα και επομένως της το οφείλει. Η Ελένη το βρίσκει λογικό και φωνάζει την κόρη της αναθέτοντας της το χρέος αυτό. Ανάμεσα στην Ηλέκτρα και την Ελένη επικρατεί φυσικά μια δικαιολογημένη ένταση, και όταν η τελευταία επιστρέφει στο παλάτι, η οργισμένη μαζί της κόρη της Κλυταιμνήστρας ξεσπάει το μίσος και την περιφρόνησή της.

Στην Πάροδο, σε δυο στροφικά ζεύγη, έχουμε διάλογο της Ηλέκτρας με το Χορό, από ομήλικές της γυναίκες του ‘Αργους, που με κάποια ανησυχία βλέπει η Ηλέκτρα μήπως ανησυχήσουν τον ύπνο του δύσμοιρου Ορέστη. Διάχυτη είναι η έγνοια για το βασανισμένο άρρωστο, όπως και για τη μοίρα των παιδιών του βασιλικού οίκου γενικότερα και, στις δυο αντιστροφές, η Ηλέκτρα επιρρίπτει την ευθύνη για τα δεινά τους στον Απόλλωνα.

Το Α’ επεισόδιο περιέχει πρώτα την αφύπνιση του Ορέστη ύστερα από το λυτρωτικό ύπνο, που του χάρισε έστω και προσωρινά τη λήθη. Στη στιχομυθία ανάμεσα στα δυο αδέλφια παρακολουθούμε πάλι την τρυφερή φροντίδα της Ηλέκτρας προς τον άρρωστο Ορέστη, μαθαίνουμε για την ελπιδοφόρα άφιξη του Μενέλαου, η αναφορά όμως της επάρατης Ελένης προκαλεί νέα κρίση στον Ορέστη, που φαντάζεται ότι τον κυνηγούν αδυσώπητες οι Ερινύες -ακόμα και η Ηλέκτρα φαντάζεται πως είναι μια από αυτές- ξιφουλκεί εναντίον τους, ώσπου ο παροξυσμός περνάει και καταλαγιάζει πάλι. Πρόκειται για σκηνή αριστουργηματική, που παρουσιάζει με ένταση την αμοιβαία έγνοια και την τρυφερότητα των δυο αδελφιών, που είναι πια δεμένα διά βίου.

Στο 1ο Στάσιμο, σε ένα στροφικό ζεύγος, ο Χορός θρηνεί για τη μοίρα των Τανταλιδών και παρακαλεί τις Ερινύες και το Δία να λυπηθούν το δύστυχο Ορέστη. Ετσι το Χορικό είναι απόλυτα δεμένο με τα δραματικά γεγονότα.

Στο Β’ Επεισόδιο εμφανίζεται ο Μενέλαος, ύστερα από τις ταλαιπωρίες του κατά τη διάρκεια του νόστου, όπου πληροφορήθηκε και το φόνο του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα, αλλά και τη μητροφονία του Ορέστη, και σε μια μακρά στιχομυθία με τον τελευ­ταίο κατατοπίζεται για την απελπιστική κατάσταση των δύο αδελφιών, που αντικρίζουν το Μενέλαο ως μοναδική σανίδα σωτηρίας τους. Εκείνος όμως δεν μπορεί να αποφύγει κάποιους δισταγμούς, πράγμα που προοιωνίζεται και τη μελλοντική του υποχωρητικότητα.

Στο μεταξύ παρουσιάζεται και ο Τυνδάρεος, ο πατέρας της Κλυταιμνήστρας, εξοργισμένος με τον Ορέστη που δε δίστασε να σκοτώσει τη μάνα του, ενώ θα έπρεπε να αντιμετωπίσει διαφορετικά την όντως ακόλαστη συμπεριφορά της -διώχνοντάς την λ.χ. από το σπίτι και οδηγώντας την στο δικαστήριο. Έτσι απαγορεύει και στο Μενέλαο να συνδιαλέγεται με το δολοφόνο της μάνας του. Ο Ορέστης σε μια εκτενή ρήση προσπαθεί να υπερασπίσει τον εαυτό του επικαλούμενος το χρέος προς τον πατέρα του, που θα τον καταδίωκε αν δε γινόταν εκδικητής του θανάτου του, και φυσικά τη σχετική εντολή του Απόλλωνα. Αυτό όμως εξοργίζει περισσότερο τον Τυνδάρεο και δηλώνει πως ο ίδιος θα παρακινήσει τους Αργείους να λιθοβολήσουν τους δυο μητροκτόνους, τον Ορέστη και την Ηλέκτρα, ενώ απειλεί και το Μενέλαο, αν επιχειρήσει να τους βοηθήσει. Ο τελευταίος, δειλός και αναποφάσιστος, ακούει από τον Ορέστη την απαίτησή του να ανταποδώσει τη χάρη του πατέρα του, που ξεσήκωσε μια πολύχρονη εκστρατεία για το χατίρι της άπιστης Ελένης, θυσιάζοντας ακόμα και την κόρη του Ιφιγένεια, παρ’ όλα αυτά αποχωρεί από τη σκηνή δηλώνοντας ότι, παρά την προθυμία του, δε βρίσκει τρόπο να βοηθήσει.

Μετά την απογοήτευση από την ουσιαστική άρνηση του Μενέλαου εμφανίζεται ο πιστός φίλος Πυλάδης, διωγμένος από τον πατέρα του, το Στρόφιο, για τη συμμετοχή του στη μητροκτονία του Ορέστη. Στην έντονη στιχομυθία των δυο φίλων διαπιστώνεται πως η μόνη διέξοδος πια είναι να αντιμετωπίσουν τη σύναξη των Αργείων, όπου ο Ορέστης θα προσπαθήσει να δικαιολογήσει την πράξη του. Και αν αυτό δε φέρει τη σωτηρία, τουλάχιστον θα οδηγήσει σε έναν έντιμο θάνατο.

Μετά το 2ο Στάσιμο, όπου επισημαίνεται από το Χορό η φρίκη της μητροκτονίας, που επιφέρει την ανειρήνευτη οργή των Ερινυών, ακολουθεί το Γ’ επεισόδιο, όπου ο Αγγελιοφόρος, ένας χωρικός που ανήκει στο παλάτι του Αγαμέμνονα, περιγράφει έξοχα τη λαϊκή συνέλευση του ‘Αργους, που, ύστερα από διάφορες προτάσεις αντιφατικές, καταλήγει στην απόφαση να αποφύγουν το λιθοβολισμό τα δυο αδέλφια και να τους δοθεί το δικαίωμα να αυτοκτονήσουν.

Ακολουθεί ένα στροφικό ζεύγος (στ. 960-981), που πρέπει να αποδοθεί μάλλον στο Χορό, και μια επωδός (στ. 982-1011), που ανήκει αναμφισβήτητα στην Ηλέκτρα. Ο Χορός θρηνεί για το ξεκλήρισμα της γενιάς του Πέλοπα, ενώ η Ηλέκτρα οδύρεται άγρια για την πικρή ιστορία από τον Τάνταλο ως τη δική τους αβάσταχτη τραγωδία.

Η συνέχεια της τραγωδίας αυτής παρουσιάζεται φανερά συγκεχυμένη ως προς τη δομή της. Μια πρώτη ενότητα εντοπίζεται στους στ. 1012-1245: Η Ηλέκτρα υποδέχεται τον Ορέστη και τον Πυλάδη καθώς επιστρέφουν από τη συνέλευση των Αργείων ύστερα από την καταδικαστική γι’ αυτούς απόφαση και θρηνούν για τη μοίρα τους, αν και ο Ορέστης στην αρχή προσπαθεί να καταπνίξει τη συγκίνησή του, για να μη δείξει αδυναμία μπροστά στο θάνατο. Τα δυο αδέλφια αγκαλιάζονται πάλι στοργικά και ετοιμάζονται για το αναπόφευκτο τέλος μετά την απογοητευτική στάση του Μενέλαου. Ο Πυλάδης δηλώνει πως θα ακολουθήσει την τύχη τους, ο Ορέστης όμως αποκρούει την ιδέα και του ζητάει να θάψει μαζί τα δυο αδέλφια μετά το θάνατο τους.

Στο τέλος ο Πυλάδης οδηγεί τη συζήτηση σε άλλη κατεύθυνση, προτείνοντας να σκοτώσουν την Ελένη με κάποιο τέχνασμα, για να εκδικηθούν το Μενέλαο για την ανοίκεια στάση του, δικαιώνοντας έτσι και την οργή των Ελλήνων για τη συμφορά που προκάλεσε εκείνη. Κάποια αχτίδα σωτηρίας αχνοφαίνεται και για τους ίδιους, αν επιτευχθεί το σχέδιο τους. Η σκευωρία όμως θα απέκλινε από τα ευριπίδεια δεδομένα, αν δε συμμετείχε και η γυναίκα σ’ αυτήν. Πράγματι η Ηλέκτρα προτείνει να συλλάβουν και την Ερμιόνη ως όμηρο, που θα επιστρέφει από τον τάφο της Κλυταιμνήστρας, πράγμα που μπορεί να εξαναγκάσει το Μενέλαο σε υποχώρηση και να ακυρωθεί η θανατική τους καταδίκη. Στο τέλος και οι τρεις προσεύχονται στον Αγαμέμνονα και επικαλούνται τη βοήθειά του για την επιτυχία του σκοπού τους.

Στην επόμενη ενότητα (στ. 1246-1352) έχουμε στην αρχή έναν λυρικό διάλογο ανάμεσα στην Ηλέκτρα και το Χορό, στενά συνυφασμένο με την προώθηση της δράσης, καθώς με προτροπή της Ηλέκτρας τα δυο Ημιχόρια φρουρούν και εποπτεύουν τις προσβάσεις στο παλάτι, ενώ από μέσα ακούγονται οι κραυγές αγωνίας της Ελένης συνοδευμένες με τις άγριες προτροπές της Ηλέκτρας και του Χορού. Πάνω σ’ αυτό επιστρέφει και η Ερμιόνη που ακούει τις κραυγές, αλλά η Ηλέκτρα την καθησυχάζει διαβεβαιώνοντάς την πως οι δυο φίλοι ικετεύουν την Ελένη να τους βοηθήσει. Η Ερμιόνη πείθεται και μπαίνει ανυποψίαστη στο παλάτι, όπου την περιμένει η στημένη παγίδα. Και στην περίπτωσή της ο ποιητής, «υπογραμμίζοντας τη συμπόνια και την προθυμία της να συντρέξει, απεικονίζει τον γνήσιο και ανυστερόβουλο συναισθηματικό κόσμο του νέου άνθρωπου. Σε τέτοιες μορφές ο Ευριπίδης συγκέντρωσε ό,τι του είχε απομείνει αλώβητο από την πίστη του στον άνθρωπο. Είναι σαν να άστραφτε ένα κομμάτι κρύσταλλο μέσα σε ένα σωρό κροκάλες», παρατηρεί εύστοχα ο Albin Lesky.

Η τελευταία πολυσύνθετη ενότητα (στ. 1353-1693), με την εξαιρετικά έντονη δραματικότητά της και με τα πολλά της προβλήματα, θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ως Έξοδος του δράματος αυτού με την εμφανή δομική αναταραχή του. Στην αρχή εμφανίζεται πανικόβλητος ως Εξάγγελος ένας Φρύγας, δούλος της Ελένης, που σε μια εκτεταμένη ιδιόρρυθμη μονωδία κατά το βαρβαρικό ήθος, γεμάτη αγωνία και θρήνους, καταφέρνει τελικά να αφηγηθεί τι διαδραματίστηκε μέσα στο παλάτι: Πώς οι δυο φίλοι συνάντησαν και συνέλαβαν την Ελένη, πώς εξουδετέρωσαν τους Φρύγες φύλακες της, πώς έφτασε η Ερμιόνη και πιάστηκε στα δίχτυα τους, πώς εξαφανίστηκε μυστηριωδώς η Ελένη και πώς ο ίδιος κατάφερε να ξεφύγει μέσα στη γενική σύγχυση.

Στη σκηνή κάνει την εμφάνισή του και ο Ορέστης που σε έναν σχεδόν κωμικό διάλογο σε τροχαϊκούς τετραμέτρους αναγκάζει τον τρομοκρατημένο Φρύγα, με την απειλή πως θα τον σκοτώσει, να ορκιστεί πως μισεί την Ελένη, πριν τον αφήσει να απομακρυνθεί. Τώρα περιμένει το Μενέλαο, για να του ανακοινώσει πως, αν θελήσει να εκδικηθεί για την Ελένη και να μη σώσει τους τρεις τους από το θάνατο, τότε θα δει και την Ερμιόνη μέσα στους νεκρούς.

Ο Μενέλαος καταφθάνει μανιασμένος. Έχει μάθει πως εξαφανίστηκε η Ελένη, όμως αυτό το θεωρεί κόλπο του μητροκτόνου. Διατάζει να σπάσουν την πύλη, αλλά ο Ορέστης και ο Πυλάδης στέκονται πάνω στη στέγη κρατώντας το ξίφος στο λαιμό της Ερμιόνης και απειλώντας ότι θα βάλουν φωτιά στο παλάτι αν ο Μενέλαος δεν πείσει τους Αργείους να ακυρώσουν τη θανατική καταδίκη τους. Ο τελευταίος δηλώνει την απόγνωσή του, αλλά φωνάζει τους Αρείους σε βοήθεια μέσα σε μια φοβερή σύγχυση ακατάληπτων αντιδράσεων.

Έτσι είναι παραπάνω από επιβεβλημένη η εμφάνιση του από μηχανής θεού, του Απόλλωνα στην προκειμένη περίπτωση, να βάλει τάξη στο χάος που δημιουργήθηκε. Τον βλέπουμε σε κάποιο υψηλότερο επίπεδο, προφανώς σε ένα θεολογείο, να κρατάει μαζί του την Ελένη, ορατή ακόμα, και να δηλώνει πως αυτή, θεά πια, θα ενωθεί σε μια τριάδα με τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, αφού χρησιμοποιήθηκε ως μέσο από τους θεούς στον Τρωικό πόλεμο, για να ανακουφιστεί η γη από τον υπερπληθυσμό. Ο Ορέστης θα αθωωθεί στην Αθήνα, θα παντρευτεί την Ερμιόνη και θα βασιλεύει στο Άργος ενώ ο Μενέλαος θα είναι ο βασιλιάς στη Σπάρτη. Ο Πυλάδης με την Ηλέκτρα θα γίνουν ζευγάρι ευτυχισμένο. Όλα τακτοποιούνται πια με τη θεϊκή βούληση και είναι επόμενο όλοι να πειθαρχήσουν ανακουφισμένοι.

Σύμφωνα με την Υπόθεση του Αριστοφάνη του Γραμματικού το δράμα είναι από αυτά που «ευδοκίμησαν» στη σκηνή, αλλά οι χαρακτήρες του είναι «φαύλοι» με εξαίρεση τον Πυλάδη –ο οποίος ωστόσο πρότεινε το εκδικητικό σχέδιο για την Ελένη. Η κρίση αυτή δικαιολογημένα θεωρήθηκε λανθασμένη από πολλούς μελετητές, που υποστήριξαν ότι εδώ δεν έχουμε μια εποχή που οι ήρωες διακρίνονται για τα ηρωικά τους αισθήματα, αλλά μέσα σε μια ταραγμένη περίοδο, όπου τα πάντα είναι ανάστατα, ένα πολυβασανισμένο ζευγάρι δυο αδελφιών, που διεξάγουν αγώνα επιβίωσης με χίλιες αντιξοότητες σε ένα περιβάλλον κατ’ εξοχήν εχθρικό. Από την άποψη αυτή μάλλον συμπάθεια και κατανόηση προκαλούν παρά επίκριση. Ο Μενέλαος βέβαια διακρίνεται για τη φαυλότητα και την έλλειψη ανθρώπινης ποιότητας, αυτό όμως δικαιολογεί και τη διάθεση του κατασυντριμμένου Ορέστη να αντισταθεί με όλα τα μέσα, για να επιζήσει. Εξάλλου μπορεί κανείς να συγκινηθεί από τη θερμή αγάπη των δυο αδελφιών και να επαινέσει την αφοσιωμένη φιλία του Πυλάδη ή την αθωότητα της νεαρής Ερμιόνης μέσα σε ένα κόσμο θολωμένο από το μίσος και την εκδικητική μανία. Με όλα αυτά όμως είναι φανερό πως η απαισιοδοξία του Ευριπίδη έχει αυξηθεί ολοφάνερα τις παραμονές που θα εγκαταλείψει οριστικά την Αθήνα, και δεν αποκλείεται αυτό να έπαιξε ρόλο αποφασιστικό στην απεγνωσμένη αυτή απόφασή του.

Τη δομή του έργου αυτού την καθορίζουν τρεις απόπειρες σωτηρίας στην απελπιστική κατάσταση που βρίσκονται τα δυο αδέλφια:

Την πρώτη την εναποθέτουν στη βοήθεια του Μενέλαου, του στενότερου συγγενή τους, που όμως ματαιώνεται με την παρέμβαση του Τυνδάρεου. Η δεύτερη, με την πρόταση του Πυλάδη να απευθυνθεί ο Ορέστης στη συνέλευση των Αργείων, οδηγείται σε αποτυχία, όπως ανακοινώνει ο Αγγελιοφόρος, και έτσι έχει χαθεί κάθε ελπίδα σωτηρίας, αφού ο θάνατος είναι πια αναπόφευκτος. Η τρίτη, πάλι με πρόταση του Πυλάδη, να εκδικηθούν το Μενέλαο με το θάνατο της Ελένης, της αιτίας της συμφοράς, και με την προσθήκη της Ηλέκτρας για τη σύλληψη της Ερμιόνης, με την ελπίδα πως μπορεί να ανοιχθεί ο δρόμος για τη σωτηρία τους, οδηγεί σε πλήρη αναταραχή το τελευταίο μέρος της δράσης, που διευθετείται μόνο με την αναγκαία παρέμβαση του από μηχανής θεού.

Το τελευταίο αυτό μέρος αποτελεί και το δυσκολότερο πρόβλημα του έργου γιατί, παρά την κατάρρευση του Μενέλαου ύστερα από την πληροφορία για το φόνο της γυναίκας του και την απειλή του Ορέστη ότι θα ακολουθήσει και ο θάνατος της Ερμιόνης, κατάρρευση που αφήνει ελπίδες για την προθυμία του να βοηθήσει, ακούμε ότι ο Ορέστης δίνει εντολή να πυρποληθεί το παλάτι. Ίσως αυτό εντείνει βέβαια τον εκβιασμό που ασκείται στο Μενέλαο, όπως μπορεί να ελπίζει ο Ορέστης, αλλά, αντί για την πλήρη υποχώρηση του Μενέλαου, βλέπουμε την αγανακτισμένη έκρηξή του και την έκκλησή του στους Αργείους για βοήθεια. Εδώ φαίνεται πως ο ποιητής οδηγεί ως τα άκρα όλα τα στοιχεία της σύγκρουσης που συνθέτουν τη δραματική κατάσταση, και έτσι η παρέμβαση του Απόλλωνα στο πλήρες αδιέξοδο την κατάλληλη στιγμή είναι απολύτως απαραίτητη και η μόνη που μπορεί να δώσει τη λύση.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι και στο έργο αυτό του Ευριπίδη η ανθρώπινη μοίρα καθορίζεται από την ασύλληπτη για τον άνθρωπο θεϊκή βούληση, αν κρίνουμε από την τραγική κατάσταση των δύο αδελφιών, που νιώθουν ότι έχουν εγκαταλειφθεί ολότερα από το θεό που προκάλεσε τη μοίρα τους, αυτός όμως παρεμβαίνει την τελευταία στιγμή αναπάντεχα για τη σωτηρία τους. Ωστόσο πολύ περισσότερο εδώ είναι εμφανής ο αγώνας του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του, και πιο συγκεκριμένα ο αγώνας ενός μητροκτόνου για την επιβίωσή του μέσα σε ένα κατ’ εξοχήν εχθρικό περιβάλλον. Ο ποιητής δηλαδή στοχεύει πια με ιδιαίτερη ένταση στα ανθρώπινα πάθη και στις τραγικές τους συνέπειες, όπως του επιβάλλει η ταραγμένη ατμόσφαιρα της εποχής που τον περιβάλλει και τον οδηγεί σε πλήρη απαισιοδοξία για τις καταλυτικές σχέσεις των ανθρώπων. Σ’ αυτό ίσως πρέπει να αποδοθεί και το εξαιρετικά βεβιασμένο τέλος, όπου δεσπόζει κάτι το ανοικονόμητο το εξωπραγματικό και μια διάχυτη τραγική ειρωνεία.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 2/2)