Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΛΩΝΟ 

Ο “Οιδίπους επί Κολωνώ” διδάχτηκε το 401 π.Χ., μετά το θάνατο του ποιητή, από τον εγγονό του, γιο του Αρίστωνα. Είναι η τελευταία τραγωδία του Σοφοκλή που μας σώθηκε και βέβαια η τελευταία που έγραψε ο τραγικός ποιητής στα βαθιά του γεράματα, όταν πια πλησίαζε τα ενενήντα του χρόνια. Είναι προφανές ότι το δραματικό σύμβολο του ανθρώπου και της μοίρας του συνέχισε να βασανίζει τη σκέψη του για είκοσι ακόμα χρόνια μετά τον “Οιδίποδα Τύραννο”, σα να ένιωθε πως δεν είχε ακόμα ξοφλήσει μαζί του.

Στα πρόθυρα και του δικού του θανάτου πραγματεύεται το θάνατο του πολυβασανισμένου του ήρωα, βάζοντας ένα μεγαλόπρεπο τέλος στο δράμα του. Θαρρείς και προσπαθεί να ρίξει μια γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και το θείο, λες και η αναλγησία του πεπρωμένου δεν μπορούσε παρά να γλυκάνει κι αυτή μπροστά στο μεγαλείο του ανθρώπινου πόνου και την καρτερική αποδοχή του. Έτσι, ο θάνατος του Οιδίποδα δεν είναι πια ένας κοινός θάνατος, καθώς ο ήρωας εξαφανίζεται μυστηριωδώς μέσα στο φέγγος μιας ζωηρής λάμψης, σα να σταμάτησαν οι θεοί για χάρη του τη φυσική ροή του κόσμου, είναι το πέρασμα στην κατηγορία των ηρώων ενός εκλεκτού των θεών για τη μεγαλοσύνη και τη θαμπωτική του αξιοπρέπεια μέσα στην πρωτοφανή δοκιμασία του.

Από τη θέση αυτή στο εξής, πολιούχος του γενέθλιου Κολωνού που τόσο αγάπησε ο ποιητής, θα έχει τη δύναμη, που του χάρισαν οι θεοί, να προστατεύσει την Αθήνα και την Ελλάδα.

Τη γαλήνη του θανάτου ελπίζει πια και προσμένει ο τραγικός ήρωας τριγυρισμένος από αγαπημένες μορφές -την Αντιγόνη του, την Ισμήνη του, το βασιλιά της Αθήνας Θησέα- μέσα στην ομορφιά της φύσης και τις στερνές χαρές της ζωής, που είναι σε θέση να τις εκτιμήσει και στα βαθύτατα γηρατειά με τα μύρια του βάσανα. Η γαλήνη όμως αυτή κερδίζεται και πάλι με αγώνες του ανυποχώρητου ήρωα: Πρώτα από τους γέρους αγρότες του Κολωνού, που τρομάζουν στη θέα του και προσπαθούν να τον διώξουν από τον ιερό χώρο, ύστερα με τον κυνικό Κρέοντα, που επιχειρεί, για το προσωπικό του συμφέρον, να τον αποσπάσει βάναυσα απ’ το καταφύγιό του, για να τον μεταφέρει στη Θήβα, φτάνοντας στη βιαιότητα να απαγάγει τις κόρες του, για να τον εκβιάσει τέλος με το γιο του Πολυνείκη, που συγκλονισμένος τον εκλιπαρεί να επιστρέψει στη Θήβα, γιατί, σύμφωνα με το χρησμό, από τον Οιδίποδα εξαρτάται η έκβαση του πολέμου με τον αδελφό του και η ειρήνευση της πατρίδας του.

Στις συγκρούσεις αυτές ο ανειρήνευτος ήρωας αναπτύσσει όλη τη γνωστή μας ψυχική του δύναμη. Αν και εξουθενωμένος από τα αφόρητα βάσανα και την πολύπαθη ταλαιπωρία του, φανερώνει και πάλι το πάθος του με βιαιότητα, που φτάνει σε ένταση συγκλονιστική στην πιο ζοφερή σκηνή του έργου: Όταν καταριέται με ανατριχιαστική αναλγησία τα ίδια τα παιδιά του! Η έννοια της “τιμής”, που έχει προσβληθεί ασυγχώρητα, όπως τη γνωρίσαμε στον Όμηρο με τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, παίρνει κι εδώ την κλασική της διάσταση.

Όμως η άτεγκτη αυτή έννοια, σύμφυτη με το ήθος του κλασικού ήρωα, που έχει συνείδηση της αξίας του και αξιώνει την αναγνώριση και το σεβασμό απ’ όλους τους ανθρώπους, καθόλου δεν αναστέλλει την τρυφεράδα και την έκταση του ενενηντάχρονου γέροντα ποιητή, ακριβώς όπως και του πολυταλανισμένου ήρωά του, μπροστά στο μέγα θαύμα της ζωής και την ατίμητη ομορφιά της φύσης.

Στο κύκνειο άσμα του, το Β’ στάσιμο του “Οιδίποδα στον Κολωνό”, ο αιωνόβιος γέροντας, παρά τα βάσανα και τις πικρότατες εμπειρίες που του φόρτωσαν τα χρόνια, τεντώνει όλες τις αισθήσεις που του απόμειναν στο γέρμα της ζωής του, για να ακούσει, από το στόμα του χορού, για στερνή φορά τους εξαίσιους ήχους της φύσης και να χαρεί τα λαμπερά της χρώματα:

Στη χώρα με άτια λεβέντικα, ξένε,
στον έξοχο τόπο της γης έχεις έρθει
τον λεν λαμπερό Κολωνό, που απλώνει
γλυκόλαλο αηδόνι τις τρίλιες του πάντα,
ως βρίσκει λημέρι σ’ ολόχλωρους κόρφους
στον ίσκιο του μαύρου κισσού βυθισμένο,
στο άλσος του Βάκχου το απάτητο κι άγιο,
μυριόκαρπο, ανήλιαγο, προστατευμένο
από μπόρες και θύελλες μες στο χειμώνα.
Εδώ ο Διόνυσος το’ χει χαρά του
βακχεύοντας πάντα να σέρνει παρέα
τις άγιες του βάγιες στο θείο μεθύσι.

Και θάλλει ολοφούντωτος απ’ την ουράνια
δροσιά ολοένα ο νάρκισσος θάμα,
στεφάνι πανάρχαιο για τους θεούς μας,
κι ο κρόκος μαζί που αστράφτει χρυσάφι.
Κι οι ολόδροσες κρήνες ακοίμητες πάντα
κι αστείρευτες, του Κηφισσού βρυσομάνες,
που μέρα τη μέρα κυλώντας αιώνια
τα πλούσια νερά τους στης γης μας τα στέρνα
τους κάμπους της κάνουν καρπούς να γεμίζουν.
Και μήτε οι Μούσες της έχουν στερήσει
τους άγιους χορούς τους κι η θεία Αφροδίτη
τη σκέπη κρατώντας χρυσά χαλινάρια.

Βιωματικά σχεδόν έρχεται στο νου ο “Πειρασμός” από τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” του Σολωμού: Ύστερα από 2200 χρόνια οι αποκλεισμένοι στο Μεσολόγγι αγωνιστές σε μια πολύ καίρια για τη ζωή τους ώρα, την ώρα που ετοιμάζονται για το “μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι”, παραδίνονται, έστω και προς στιγμήν, εκστασιασμένοι στη γοητεία της ζωής, για να επιβεβαιωθεί ακόμα μια φορά αυτή η σύμφυτη χάρη του Ελληνισμού να νιώθει τα μεγάλα θεϊκά δώρα και να λατρεύει τη ζωή “και με τα χίλια βάσανα”:

Έστησε ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κηλαηδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
και παίρνουμε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Να λοιπόν το φωτεινό μήνυμα, με το οποίο μας δροσίζει διαχρονικά το ευλογημένο ελληνικό πνεύμα, προικισμένο από τη λαμπερή του φύση να ερευνάει σε μεγάλο βάθος τα ανθρώπινα και να αποκαλύπτει τις μοναδικές αξίες που έχουν τη δύναμη να στηλώσουν τον άνθρωπο, αξίες από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωση του θολωμένου κόσμου μας σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Σοφοκλής)