ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ 

Ο “Οιδίπους Τύραννος” σημειώνει “το κέντρο και την κορύφωση της καλλιτεχνικής πορείας του Σοφοκλή”, όπως ορθά επισημαίνει ο Albin Lesky. Η απαράμιλλη πλοκή, η εξαιρετική ηθογραφία με τα σφοδρά πάθη, η συγκλονιστική αναγνώριση, που αποτελεί περιπέτεια και λύση του δράματος, η μοναδική σε βάθος, έκταση και ένταση τραγική ειρωνεία, που διαποτίζει ανατριχιαστικά και επιδέξια όλη την έκταση της τραγωδίας, η ανυπέρβλητη χρήση της γλώσσας και οι βαθιές φιλοσοφικές προεκτάσεις, είναι οι αρετές που καθιστούν την τραγωδία του Σοφοκλή υποδειγματική στο είδος της και το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Αριστοτέλης άντλησε απ’ αυτήν κυρίως τους κανόνες της δραματικής τέχνης στην “Ποιητική” του.

Για την ακριβή χρονολόγησή της διατυπώθηκαν πολλές απόψεις, στηριγμένες σε τεκμήρια εξωτερικά και εσωτερικά. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, φαίνεται πως κερδίζει έδαφος η άποψη ότι γράφτηκε το πρώτο μισό της δεκαετίας 430-420 π.Χ., περίοδος της πιο ώριμης ποιητικής δημιουργίας του Σοφοκλή. Το “terminus ante quem”, το χρονικό όριο προς τα κάτω, θεωρείται το 425 π.Χ., οπότε παρουσιάστηκαν στο αθηναϊκό κοινό οι “Αχαρνείς” του Αριστοφάνη εκεί, στο στ. 27 της κωμωδίας, παρωδείται, λένε οι υποστηρικτές της άποψης αυτής, ο στ. 629 του “Οιδίποδα”, “ώ πόλις, πόλις”. Ως “terminus post quem”, ως όριο δηλαδή προς τα πάνω, υποστηρίζουν το 430-429 π.Χ., οπότε ενέσκηψε στην Αθήνα ο φοβερός λοιμός, η ζωηρή περιγραφή του θανατικού της Θήβας σε σημεία του “Οιδίποδα”, παρά τις κάποιες διαφορές, αποδίδεται στη φοβερή εμπειρία του Σοφοκλή από το λοιμό που έζησε και που έστειλε στο θάνατο ακόμα και τον Περικλή.

Θα πρέπει ίσως να προστεθεί ότι και το θέμα της τραγωδίας αυτής, η υπαρξιακή αγωνία για τη μοίρα του αιώνιου ανθρώπου, συμβάλλει στην υπόθεση ότι γράφτηκε με την αβεβαιότητα που υποβάλλει μια ταραγμένη πολεμική περίοδος, η έναρξη δηλαδή του καταστροφικού για τον αρχαίο κόσμο Πελοποννησιακού πολέμου. Αλλά και η προχωρημένη ηλικία του ποιητή -είναι πια γύρω στα 70 του χρόνια- είναι επιδεκτική ενός τέτοιου προβληματισμού για τον άνθρωπο και τη μοίρα του, έτσι που είναι φορτωμένη με σοφία και πλούσιες, πικρές συχνά, εμπειρίες.

Τέλος, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, φαίνεται πως το ανθρώπινο πνεύμα, στην πιο καλή του ώρα, στη μεγάλη του έξαρση, αυτήν του δεύτερου μισού του ευλογημένου 5ου αιώνα π.Χ. στην Αθήνα, μονολογεί πάνω στο υπαρξιακό πρόβλημα και την παράλογη μοίρα του ανθρώπου, καταθέτοντας τη σοφία του στους αιώνες.

Στον μύθο λοιπόν του Οιδίποδα διακρίνουμε την κοινή μοίρα, τον τραγικό κλήρο του ανθρώπου, που έρχεται στον κόσμο χωρίς να ερωτηθεί, είναι προορισμένος να αγωνίζεται στα τυφλά και να λύνει αινίγματα που του επιβάλλονται μυστηριωδώς, να επιμένει με αδιάλλακτο πείσμα να ανακαλύψει το μυστικό της ύπαρξής του, που το κρατούν ωστόσο ζηλόφθονα οι θεοί. Είναι αναγκασμένος να δρα, για να δικαιώσει την ανθρώπινη υπόστασή του, χωρίς να μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες των πράξεών του, και γι’ αυτό τα αναπάντεχα αποτελέσματα της δράσης του να τον αιφνιδιάζουν και να τον τρομάζουν, καθώς βρίσκονται συχνά σε πλήρη αντίθεση με τις προθέσεις του. Είναι καταδικασμένος να ζει στο σκοτάδι της άγνοιας και του πόνου μέσα σ’ έναν παράλογο και μυστηριώδη κόσμο, και παλεύοντας συνεχώς, να οδηγείται παρά τη θέλησή του στη μοιραία κατάληξη, την a priori καταδίκη του σε θάνατο, που τη γνωρίζει, αφού είναι το μόνο από τα όντα που έχει επίγνωση του θανάτου.

Ας δούμε όμως συνοπτικά αυτόν τον συγκλονιστικό μύθο του Οιδίποδα, όπως μας τον παρέδωσε ο ποιητής, “ο χαλαστής και πλάστης της παράδοσης”, κατά το Γιάννη Κακριδή:

Ένας άνθρωπος δολοφονεί σε νόμιμη άμυνα τον πατέρα του, χωρίς να ξέρει πως είναι πατέρας του, και παντρεύεται τη μητέρα του, χωρίς να ξέρει πως είναι μητέρα του, από την οποία μάλιστα αποχτάει και τέσσερα παιδιά, δυο αγόρια και δυο κορίτσια, χωρίς να ξέρει πως είναι αδέλφια του. Πορεύεται σ’ όλη του τη ζωή υποδειγματικά, με γνώμονα πάντα την αρετή και το κοινό καλό, πασχίζοντας να αποφύγει το κακό, σε σημείο που κατέκτησε τη γενική ανθρώπινη εκτίμηση και εμπιστοσύνη, και κυνηγώντας την αλήθεια αταλάντευτα μέχρι τα έσχατα όριά της. Οι θεοί όμως τον τιμωρούν με πρωτοφανή σκληρότητα για τα ανεπίγνωστα εγκλήματά του, την πατροκτονία και την αιμομιξία, που διατάραξαν την κοσμική αρμονία, για τα οποία όμως τον είχαν προορίσει προτού ακόμα γεννηθεί, με τους διάφορους χρησμούς που τον έζωναν ασφυκτικά σαν αδυσώπητο δίχτυ. Ο αθώος, κατά τεκμήριο, Οιδίποδας αναγνωρίζει ωστόσο τη σοφία των θεών και διεκδικεί την τιμωρία του με το ίδιο το χέρι του: Αυτοτυφλώνεται, για να κλείσει, λέει, την πηγή που βλέπει τη φρίκη που τον περιβάλλει, και πορεύεται στο εξής στη ζωή απογυμνωμένος και εξουθενωμένος, μέχρι την τελική γαλήνη ενός μυστήριου θανάτου.

Τι να θέλει λοιπόν να μας πει ο μεγάλος Σοφοκλής στην πολύ ώριμη ηλικία του, με την πλούσια γνώση και το σοφή πείρα του, βασανίζοντας τη σκέψη του πάνω από είκοσι χρόνια με τον Οιδίποδά του, σε μια ευλογημένη μάλιστα ώρα του ανθρώπινου στοχασμού, τότε που το θαύμα της κλασικής Αθήνας είχε φτάσει στην κορύφωσή του; Ποια απάντηση παιδεύεται να δώσει μ’ αυτό το αιώνιο δραματικό σύμβολο του ανθρώπου, που φαινομενικά δεν έφταιξε σε τίποτα, πλήρωσε όμως με τη μεγαλύτερη φρίκη τα αθέλητα και ανεπίγνωστα εγκλήματά του και, όπως ο ίδιος ομολογεί σπαρακτικά στην Έξοδο της τραγωδίας αυτής, “αν υπήρχε και κάτι άλλο πιο φρικτό απ’ τη φρίκη, πάλι δικός του κλήρος θα ήταν κι αυτό”;

Δεν υπάρχει τραγικός μύθος που να απασχόλησε τόσο πολύ και τόσους φιλολόγους και ειδικούς μελετητές, τόσους φιλοσόφους και διανοητές, τόσους ποιητές και δραματουργούς τους τελευταίους αιώνες, όσο αυτός ο μαγνητικός για την ανθρώπινη σκέψη μύθος του Σοφόκλειου Οιδίποδα, και δικαιολογημένα.

Από τις άπειρες απόπειρες που έγιναν να ερμηνευθεί αυτό το πρωτεϊκό θέμα, που γλιστράει συνεχώς και παραμένει ανεξάντλητο, όπως άλλωστε και καθετί που έχει τη σφραγίδα της μεγάλης δωρεάς, πιο δελεαστική μοιάζει αυτή που προτείνει ο Andre Bonnard στα μέσα περίπου του αιώνα μας:

Στη σατανική παγίδα που στήνει η Μοίρα ή η ανάλγητη θεότητα στον αθώο -ή από δική της ευθύνη ένοχο- Οιδίποδα η πρώτη μας αντίδραση είναι η αναγκαστική και η αδίστακτη καταδίκη της απαράδεκτης επιβουλής του θείου, που σαρκάζει εμπαίζοντας ένα υπόδειγμα ανθρώπου.

Μια τέτοια στάση όμως θα χαρακτήριζε μια επιφανειακή κίνηση της ανθρώπινης σκέψης, ανάρμοστη για το μεγάλο ποιητή, ανάρμοστη και για την εποχή του. Εξάλλου δε συμβιβάζεται και με το πνεύμα του ίδιου του Σοφοκλή, που διακηρύσσει την ακλόνητη πίστη του στο θείο με το στόμα του Χορού στο Β’ στάσιμο της τραγωδίας, ακριβώς τη στιγμή που τα δρώμενα μας οδηγούν στην κορύφωση της εξέγερσης. Στο κέντρο δηλαδή αυτού του δράματος, που παριστάνει την εκμηδένιση ενός αθώου ανθρώπου, του έργου και της τύχης του, ο Χορός, του οποίου η αφοσίωση και η αγάπη στο βασιλιά του, τον ευεργέτη και προστάτη της πολιτείας, είναι εμφανής και αναλλοίωτη, μας δίνει την κατηγορηματική διαβεβαίωση ότι υπάρχουν νόμοι που διαρκούν, υπάρχει η παρουσία, πέρα απ’ τα φαινόμενα, μιας λαμπρής και άγνωστης πραγματικότητας, που γυρεύει από μας κάτι διαφορετικό από μια επαναστατημένη άρνηση.

Αλλά και ο ίδιος ο τραγικός ήρωας, στην Έξοδο της τραγωδίας, με σπαραγμένα τα μάτια από τα χέρια του, δε βρίσκει καμιά κατηγορία να απευθύνει στο θείο φαίνεται, αντίθετα, πώς θεωρεί δίκαια και επιβεβλημένη την πρωτοφανή τιμωρία του, και μάλιστα τη διεκδικεί αρπάζοντας της πρωτοβουλία από τους θεούς.

Ο απόλυτος σεβασμός του για τον τρόπο που του φέρθηκαν οι θεοί, η υποταγή του ασυμβίβαστου Οιδίποδα στην εξουσία τους μέσα στη δοκιμασία που τον έριξαν, μαρτυρεί πως είχε νιώσει πια το νόημα της μοίρας του και μας επιβάλλει να γνωρίσουμε κι εμείς το πώς ενεργούν οι θεοί, να καταλάβουμε δηλαδή αυτήν την τάξη που διέπει τον κόσμο πέρα απ’ τα μέτρα της ανθρώπινης δικαιοσύνης:

Η συμπαντική τάξη βασιλεύει με νόμους ασύλληπτους για τον άνθρωπο και διατηρείται από μόνη της. Ο άνθρωπος και η δράση του υπόκεινται στους νόμους του κόσμου που κυβερνούν τη ζωή μας. Η τραγωδία του ανθρώπου, που δεν είναι πάνσοφος όπως γελιέται, έγκειται στην υποχρέωσή του να δράσει, για να δικαιώσει την ύπαρξή του, χωρίς να γνωρίζει τις συνέπειες της δράσης του, εφόσον αγνοεί της ύπαρξη του κόσμου. Το σύμπαν όμως δε νοιάζεται για τις καλές ή κακές προθέσεις μας, για την ηθική που φτιάξαμε στα ανθρώπινα μέτρα, ασχολείται με την πράξη αυτή καθεαυτή, για να την εμποδίσει να διαταράξει τη δική του τάξη, που αποτελεί την ασφάλειά του. Αν διαταραχθεί, αποκαθιστά εις βάρος του ενόχου της ιερή του τάξη.

Είναι μια πολύ σκληρή γνώση, που επιβεβαιώνεται όμως απ’ την ανθρώπινη εμπειρία. Αν μας φάνηκε λοιπόν σα να κομμάτιασε μια μηχανή τον ήρωα του Σοφοκλή, είναι γιατί ο κόσμος, που η αρμονία του διαταράχθηκε με την πατροκτονία και την αιμομιξία, έστω και αθέλητα, αποκατάστησε μηχανικά την ισορροπία του συντρίβοντας τον Οιδίποδα, διόρθωσε δηλαδή το λάθος χωρίς ανθρώπινες αναστολές.

Και ο Οιδίποδας του Σοφοκλή στην καταστροφή που τον ρήμαξε αναγνωρίζει την παρουσία του σύμπαντος. Αυτή η γνώση, που έρχεται πια μέσα απ’ τα τυφλά του μάτια, τροφοδοτεί και αναγεννάει απροσδόκητα την ύπαρξή του από τη στιγμή που δέχτηκε να αποκατασταθεί με την τιμωρία του η απαραβίαστη ιερότητα του κόσμου. Στο εξής αποφασίζει να ζήσει αρμονικά με τους αυστηρούς νόμους του.

Μα την αποδοχή της πραγματικότητάς αυτής ο τραγικός ήρωας ελευθερώνεται από κάθε ανθρώπινη αυταπάτη και οδηγεί και τις δικές μας ψυχές στην κάθαρση, καθώς μας βεβαιώνει ότι το Σύμπαν αγρυπνά και διασφαλίζει την κοσμική αρμονία, που αποτελεί τη σιγουριά όλων μας. Αλλά η προσχώρηση του Οιδίποδα στον κόσμο που προορίζεται γι’ αυτόν δε γίνεται πια με παθητικό τρόπο ο ίδιος σηκώνει με το χέρι του την πόρπη, για να καταστρέψει την πηγή της ανθρώπινης όρασης, που αποδείχτηκε τυφλή μπροστά στην πραγματική γνώση, αφαιρώντας από το πεπρωμένο το προνόμιο του τιμωρού. Έτσι κάνει την πρώτη χειρονομία του ελεύθερου ανθρώπου που οι θεοί δεν μπορούν να αποκρούσουν.

Τώρα το μεγαλείο του τραγικού ήρωα, το υψηλό ανάστημα του Ανθρώπου, ορθώνεται μπροστά μας στην αληθινή του διάσταση: Ο άνθρωπος είναι σε θέση να διατηρήσει την ελευθερία του και στην πιο βίαια επίθεση της Μοίρας εναντίον του, που μπορεί βέβαια να καταστρέψει τη ζωή του, όχι όμως και την ψυχική του ανάταση που δικαιώνει την ανθρώπινη ιδιότητα. Στην προσπάθεια της Μοίρας να τον υποδουλώσει και να τον εξουθενώσει πλήρως μπορεί να αντιτάξει περήφανα το ελεύθερο φρόνημά του.

Να γιατί μέσα από την πιο ζοφερή τραγωδία για τη Μοίρα του Ανθρώπου επιβεβαιώνεται η πίστη του μεγάλου ποιητή, και του κόσμου που τον εξέθρεψε, στον αιώνιο άνθρωπο και ο θαυμασμός του για το μεγαλείο του.

Και αυτό είναι το μέγα λυτρωτικό μήνυμα που κληροδοτεί στην Ανθρωπότητα ο Σοφοκλής με το βάθος της σοφίας του.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Σοφοκλής)