ΤΡΑΧΙΝΙΕΣ 

Πότε ακριβώς γράφτηκε η τραγωδία αυτή δεν είναι βέβαιο. Άλλοι μελετητές την τοποθετούν κοντά στον “Αίαντα” και άλλοι αμέσως μετά την “Αντιγόνη”, πράγμα που φαίνεται πιθανότερο. Οπωσδήποτε ανήκει στην πρώτη τριάδα των έργων του Σοφοκλή που μας σώθηκαν.

Στις “Τραχίνιες” έχουμε το τελευταίο κομμάτι της ζωής του Ηρακλή, από το γάμο του με τη Δηιάνειρα ως το θάνατό του, επικεντρωμένο γύρο από δύο θεματικούς πόλους: Πρώτα τα περιστατικά που σχετίζονται με το γάμο του, τον αγώνα του με τον Νέσσο και την ιστορία με το αίμα-φίλτρο του Κενταύρου, που συνδέει τη Δηιάνειρα με το θάνατο του Ηρακλή, και ύστερα τη σύγκρουση του Ηρακλή με τον Εύρυτο, το φόνο του Ιφίτου και τη δουλεία του ήρωα στην Ομφάλη, που γίνεται η αφορμή για την καταστροφή της Οιχαλίας και την αρπαγή της Ιόλης. Το τελευταίο περιστατικό με τη σειρά του προκαλεί τη ζήλεια της Δηιάνειρας, που, για να ξανακερδίσει τον άντρα της, του στέλνει τον μοιραίο χιτώνα αλειμμένο με το θανατηφόρο αίμα του Νέσσου και άθελά της προκαλεί το φρικτό θάνατο του ήρωα, που οδηγεί ωστόσο στην απολύτρωσή του και τελικά στην αποθέωσή του.

Το γεγονός ότι οι δύο αυτοί θεματικοί κύκλοι αλληλοσυμπλέκονται και εντάσσονται μέσα σ’ έναν ενιαίο μύθο στις “Τραχίνιες” πρέπει να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στο Σοφοκλή. Η επεξεργασία αυτή έγινε πια καθοριστική για τη λογοτεχνία και τη μυθογραφία που ακολούθησε. Η συγχώνευση τοπικών παραδόσεων είτε αρχίσει βέβαια πριν από το Σοφοκλή -ήδη ο Βακχυλίδης λ.χ. αναφέρει ότι ο Ηρακλής κατέστρεψε την Οιχαλία για χάρη της Ιόλης και ότι η Δηιάνειρα από τη ζήλεια της του έστειλε τον μοιραίο χιτώνα τον ποτισμένο με το αίμα του Νέσσου- ωστόσο η αποκρυστάλλωση του μύθου οφείλεται στον τραγικό ποιητή, όπως τον παρέδωσε στις “Τραχίνιες”. Στον ίδιο πρέπει να αποδοθεί και η μετάπλαση της Δηιάνειρας -ετυμολογικά σημαίνει τη θαρραλέα πολεμική γυναίκα, που σκότωσε ενσυνείδητα τον άνδρα της- σε μια καρτερικά ερωτευμένη γυναίκα, αδύναμη και αβοήθητη, που έπεσε θύμα του αγνού της πάθους, έρμαιο κι αυτή των ανεξιχνίαστων προθέσεων του θείου.

Το έργο αρχίζει με μονολογική ρήση της Δηιάνειρας -μοναδική στα σωζόμενα δράματα του Σοφοκλή- που την ακούει η θεράπαινα. Με τον πρόλογο αυτόν μαθαίνουμε την προϊστορία: Θυμάται δηλαδή η ηρωΐδα τώρα, φιλοξενούμενη στην Τραχίνα από κάποιον φίλο, πως ο Ηρακλής τη γλίτωσε κάποτε απ’ το κυνήγι του ποταμίσιου τέρατος Αχελώου και την παντρεύτηκε ο ίδιος δίνοντάς της την ευτυχία. Εδώ και δεκαπέντε μήνες όμως λείπει, χωρίς να έχει δώσει σημεία ζωής, και η ίδια τον αναζητεί με αγωνία εντεινόμενη από τα χρονικά όρια που έχουν καθορίσει σημαδιακοί για τη ζωή του ήρωα χρησμοί.

Στην αρχή λοιπόν έχουμε μια ατμόσφαιρα αβεβαιότητας και εναγώνιας αναμονής. Η αποστολή του γιου του Ύλλου να αναζητήσει τον πατέρα του αποτελεί το πρώτο βήμα που μας βγάζει απ’ την κατάσταση της παθητικής αναμονής. Σιγά σιγά αρχίζει μα φωτίζεται η καταχνιά με τα πρόσωπα που δεξιοτεχνικά εισάγει ο ποιητής: Τον αγγελιοφόρο και τον απεσταλμένο του Ηρακλή Λίχα, που με τις αφηγήσεις τους αρχίζουν να προωθούν τη δραματική ανέλιξη των γεγονότων, για να φτάσουμε στο τελευταίο τμήμα της ζωής του Ηρακλή, δηλαδή το θάνατό του από τον χιτώνα τον αλειμμένο με το αίμα του Νέσσου, που του έστειλε η γυναίκα του, θάνατο που θα φέρει την απολύτρωσή του και στη συνέχεια την αποθέωσή του, όπως ήδη σημειώσαμε.

Είναι φανερό πως νους βαθυστόχαστος με βαθιά ποιητική ευαισθησία οδηγεί αριστοτεχνικά τη δραματική πορεία στη μοιραία της κατακλείδα.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Σοφοκλής)