ΤΡΩΑΔΕΣ

Οι «Τρωάδες» διδάχτηκαν το 415 π.Χ., ευθύς μετά την κατάληψη της Μήλου από τους Αθηναίους, που έσφαξαν τον ανδρικό πληθυσμό της και υποδούλωσαν τις γυναίκες και τα παιδιά της, και ενώ επέκειτο η παράτολμη εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία. Ανήκε ως τρίτο δράμα στην τριλογία «Αλέξανδρος», «Παλαμήδης», «Τρωάδες», με κατάληξη το σατυρικό δράμα «Σίσυφος». Από τα τέσσερα έχομε μόνο τις «Τρωάδες». Τα υπόλοιπα χάθηκαν, από διάφορα σκόρπια στοιχεία όμως μπορούμε να ανασυνθέσουμε σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο τους και να διαπιστώσουμε ότι την εποχή αυτή ενθαρρύνεται πότε πότε η επιστροφή στη συνεχόμενη τριλογία, καθώς και τα τρία δράματα εδώ συμβάλλουν σταδιακά στην καταγραφή της μοιραίας τρωικής εκστρατείας και των τραγικών αποτελεσμάτων της τόσο για τους νικημένους όσο και για τους νικητές.

Στο πρώτο δράμα ο Πάρης, που είχε εκτεθεί, αρχικά στην Ίδη και ανατράφηκε από βοσκούς, αναγνωρίζεται τελικά από τη μάνα του, την Εκάβη, και γίνεται δεκτός στην Τροία, για να προκαλέσει την τελική καταστροφή της. Σημαντικό ρόλο εδώ έπαιζε η Κασσάνδρα, που προφήτευε την επερχόμενη συμφορά.

Στο δεύτερο έργο, ο «Παλαμήδης», περιέχεται ένας μύθος που είχαν δραματοποιήσει και ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής: Στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Τροία ο Οδυσσέας, φθονώντας τον πολυμήχανο Παλαμήδη, κατορθώνει να εξοντώσει τον ευγενικό ήρωα με μια ποταπή σκευωρία, που τον παρουσίαζε ως προδότη των Ελλήνων. Θα το πληρώνουν όμως οι τελευταίοι από τον Ναύπλιο, πατέρα του Παλαμήδη, που, ειδοποιημένος από τον Οίακα, τον άλλο γιο του, θα εκδικηθεί ανάβοντας φωτιές στο ακρωτήριο του Καφηρέα, παραπλανώντας τα πλοία των Αχαιών στην επιστροφή τους.

Έτσι η θεματική ενότητα της τριλογίας αυτής, χωρίς να φτάνει βέβαια την ακριβή εμβέλεια μιας «Ορέστειας», επεκτείνεται έως τις δυσμενείς συνέπειες της επίμαχης εκστρατείας κατά της Τροίας και στους νικητές, αφού στις «Τρωάδες» δίνεται εξαντλητικά με όλα τα μελανά χρώματα η ανατριχιαστική τραγωδία των νικημένων.

Ο Ευριπίδης με τη φιλόδοξη αυτή τετραλογία του νικήθηκε από τον Ξενοκλή, που δίδαξε τα χαμένα για μας δράματα «Οιδίπους», «Λυκάων», «Βάκχες» και «Αθάμας». Ο Αιλιανός θεωρεί το γεγονός σαν αποτέλεσμα ανεπαρκείας ή δωροδοκίας των κριτών. Δεν αποκλείεται όμως να μην μπορούσαν να αντέξουν και οι Αθηναίοι μια τέτοια υπερβολική δυστυχία, όπως αυτή καταγράφεται στις «Τρωάδες». Μπορεί ακόμα να τους δημιουργούσε απωθητικά ψυχολογικά προβλήματα η θηριωδία και η βαρβαρότητα των Ελλήνων, όπως αναδύεται από όλον αυτόν το ζόφο, ύστερα μάλιστα από τη δική τους απάνθρωπη συμπεριφορά στη Μήλο και τη στιγμή που ετοιμάζεται και η εκστρατεία στη Σικελία μέσα σε πολλούς προβληματισμούς και ανησυχίες από τη μια και από την άλλη με υπερφίαλους ενθουσιασμούς και ποικίλες προσδοκίες.

Ας εντοπιστούμε όμως στις «Τρωάδες»: Στον Πρόλογο εμφανίζεται πρώτα ο Ποσειδώνας, που βλέπει με συγκίνηση το δράμα των Τρώων: Τα ερείπια της πόλης να βγάζουν καπνούς, το Σκάμανδρο να αντηχεί από τους οδυρμούς των αιχμαλώτων γυναικών, που περιμένουν την κλήρωση τους στους νικητές, την άμοιρη Εκάβη σωριασμένη στη γη μπρος στις σκηνές των σκλαβωμένων Τρωαδιτισσών, αφού έχει χάσει τον Πρίαμο και τα παιδιά της, αλλά δεν ξέρει τίποτε ακόμα για τις μαύρες συμφορές της που θα ακολουθήσουν… Την ώρα που ο θεός αποχαιρετάει την κατεστραμμένη Τροία, αφού οι θεοί δεν έχουν θέση σε μια ερειπωμένη πόλη, παρουσιάζεται η Αθηνά και τον ξαφνιάζει η αλλαγμένη της διάθεση: Η ανόσια πράξη του Αίαντα του Λοκρού σε βάρος της Κασσάνδρας έχει προσβάλει το δίκαιο των θεών και μετέτρεψε τα αισθήματα της για τους Έλληνες. Τώρα ζητάει τη σύμπραξη του Ποσειδώνα, για να εξοντωθεί ο ελληνικός στόλος καθώς παλινοστεί, πράγμα για το οποίο είναι πρόθυμος, όπως είναι αναμενόμενο, ο θεός της θάλασσας.

Στον Πρόλογο ανήκει και το λυρικό άσμα της Εκάβης που βασίζεται από το φυσικό πόνο του γερασμένου κορμιού της ριγμένου πάνω στο σκληρό χώμα, θρηνεί για τη χαμένη πατρίδα της, για τα μύρια βάσανά της, και καλεί τις αιχμάλωτες να συνοδέψουν το κλάμα της.

Η Πάροδος φέρνει στη σκηνή το ένα μετά το άλλο τα δυο ημιχόρια. Από τα δυο στροφικά ζεύγη σε λυρικούς αναπαίστους, το πρώτο περιέχει μια ζωηρή εναλλαγή στίχων μεταξύ Εκάβης και Χορού, ταραγμένες ερωτήσεις, που διακόπτονται από θρήνους για την τύχη που τις περιμένει. Στο δεύτερο διατυπώνουν την ευχή να πάνε στην Αθήνα ή τουλάχιστον στη Θεσσαλία, τη Σικελία ή τη Νότια Ιταλία -περιοχές που με ευχαρίστηση θα άκουγαν τότε οι Αθηναίοι, αφού τα ενδιαφέροντα τους στρέφονταν σ’ αυτές- και απεύχονται τη μισητή Σπάρτη.

Στο Α’ επεισόδιο ανάπαιστοι της κορυφαίας του Χορού αναγγέλλουν την άφιξη του Ταλθύβιου, που εκθέτει τις αποφάσεις των Αχαιών και εντείνει την αγωνία των γυναικών: Η Κασσάνδρα δόθηκε στον Αγαμέμνονα, η Πολυξένη προορίζεται για τον τάφο του Αχιλλέα και η Ανδρομάχη θα ακολουθήσει το Νεοπτόλεμο, το γιο του φονιά του άνδρα της.

Αμέσως ύστερα το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο επεισόδιο της Κασσάνδρας, που ορμάει στη σκηνή κρατώντας στα χέρια της δυο αναμμένους δαυλούς. Σε κατάσταση εκστατικής μανίας αποκαλύπτει με άγριο θρίαμβο την καταστροφή που περιμένει τους νικητές: Τη δολοφονία του Αγαμέμνονα από τη γυναίκα του, τη μητροκτονία για να πάρει εκδίκηση ο γιος του, τη δεκάχρονη βασανιστική περιπλάνηση του Οδυσσέα, και όλα αυτά σε ένα μείγμα παραφροσύνης, στοχασμού και θριάμβου, με το οποίο ο νεότερος Ευριπίδης πλησίαζε τον προκάτοχό του Αισχύλο. Ανάμεσα στην αρχική εκστατική μονωδία της, που περιέχει έναν συγκλονιστικό χλευασμό του υμεναίου, και στους τελευταίους ταραγμένους τροχαίους, όπου η μάντισσα μιλάει για την ίδια της τη μοίρα, και φεύγοντας σαν Ερινύα, για να καταστρέψει το σπίτι των νικητών, αποθέτει τις ταινίες του θεού, παρεμβάλλονται δυο ρήσεις της Κασσάνδρας: Σ’ αυτές, από τη συμφορά που θα φέρει η ίδια στο σπίτι των Ατρειδών, περνάει σε μια σοφιστική απόδειξη ότι οι Τρώες, που αγωνίστηκαν για την πατρίδα τους, βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα από τους Έλληνες, που υπέφεραν και πέθαναν σαν τα σκυλιά στα ξένα, φτάνοντας και στην ιδέα της υστεροφημίας, ιδίως για τον ηρωικό Έκτορα, αλλά και για τον Πάρη, που αξιώθηκε να είναι ο άνδρας μιας θυγατέρας του Δία! Στη δεύτερη ρήση η προσοχή συγκεντρώνεται στον Οδυσσέα, που χρόνια θα περιπλανιέται άθλιος, ενώ η Εκάβη δεν πρόκειται να γίνει σκλάβα του. Ανάμεσα στις δυο ρήσεις ο Ταλθύβιος αντιδρά στις προφητείες της μάντισσας σαν γνήσιος υπηρέτης του Αγαμέμνονα.

Όταν ο Κήρυκας φεύγει με την Κασσάνδρα, βλέπομε την Εκάβη σωριασμένη στο έδαφος να θρηνεί για την τωρινή της απελπιστική δυστυχία, που γίνεται ακόμα πιο αβάσταχτη από τη θύμηση της ευτυχίας που κάποτε έζησε.

Μετά το Α’ στάσιμο, όπου με λυρικό ύφος προβάλλεται από το Χορό στην αρχή το πλήθος που συνωστίζεται στις πύλες της Τροίας την τραγική νύχτα, για να υποδεχτεί το μοιραίο άλογο, το πανηγύρι της χαράς που ξέσπασε τότε και αμέσως μετά ο αιφνίδιος τρόμος με την άλωση της Τροίας, ακολουθεί το Β’ επεισόδιο επικεντρωμένο στην Ανδρομάχη, που φτάνει στη σκηνή με ένα αμάξι φορτωμένο με όπλα του Έκτορα, κρατώντας στην αγκαλιά της το μικρό Αστυάνακτα. Στην αρχή ένας κομμός σε τρία σύντομα στροφικά ζεύγη ανάμεσα στην Ανδρομάχη και την Εκάβη περιέχει κραυγές οδυνηρές των δυο γυναικών για την τραγική τους κατάσταση και απελπισμένες εκκλήσεις προς τους αγαπημένους νεκρούς τους, τον Έκτορα και τον Πρίαμο. Στη στιχομυθία που ακολουθεί, η Εκάβη, μετά τον πόνο της για την Κασσάνδρα, μαθαίνει από την Ανδρομάχη και την τραγική τύχη της Πολυξένης, τη μοίρα της οποίας ωστόσο η γυναίκα του ‘Εκτορα θεωρεί καλύτερη από τη δική της, αφού ο θάνατος τη γλίτωσε από τις σκοτεινές συμφορές που περιμένουν την ίδια, αν και η ζωή της ως τώρα στάθηκε ένα υπόδειγμα συζύγου. Η Εκάβη, αφού παρομοιάζει τον εαυτό της με τσακισμένο καράβι που το ρήμαξε τρανή θαλασσοταραχή και αφέθηκε έρμαιο στα λυσσασμένα κύματα, συμβουλεύει τη νύφη της να φερθεί λογικά στον καινούριο αφέντη της, ελπίζοντας η δόλια πως θα μεγαλώσει ο Αστυάνακτας και ότι μπορεί κάποτε να ξαναζήσει η Τροία…

Τότε ακριβώς πέφτει το τελειωτικό χτύπημα: Έρχεται ο Ταλβυθιος και, συντριμμένος και ο ίδιος από φρίκη, ανακοινώνει την απόφαση των Ελλήνων, που πάρθηκε ύστερα από συμβουλή του Οδυσσέα, να γκρεμίσουν τον Αστυάνακτα από τα τείχη της Τροίας! Καταλήγοντας, τους συμβουλεύει να αποδεχτούν την απόφαση φρόνιμα, χωρίς αντίσταση, γιατί έτσι μόνο θα τους επιτρέψουν να θάψουν το παιδί.

Η επόμενη ρήση της Ανδρομάχης είναι από τις ωραιότερες που έγραψε ο Ευριπίδης. Χωρίς λογική επιχειρηματολογία, χωρίς ρητορική προσπάθεια, μόνο με γνήσιο και άμεσο συναίσθημα η μάνα αποχαιρετάει το παιδί της με την αληθινή συγκλονιστική συγκίνηση που γνωρίσαμε και στη Μήδεια. Τέλος η πίκρα της ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον της Ελένης, και με έναν παροξυσμό πόνου αφήνει τη σκηνή, ενώ η Εκάβη εκφράζει την απόγνωσή της.

Μετά το Β’ στάσιμο, όπου περιέχονται αναφορές σε περασμένους μύθους για την Τροία και καταγγέλλεται η αδιαφορία των θεών γι’ αυτήν, ακολουθεί το Γ’ επεισόδιο επικεντρωμένο στην Ελένη. Έρχεται ο Μενέλαος να παραλάβει την Ελένη, για να τη σκοτώσει, όπως ισχυρίζεται, αφού την οδηγήσει πίσω στην Ελλάδα. Προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του λέγοντας ότι ξεσήκωσε την εκστρατεία στην Τροία όχι για χάρη της γυναίκας του, αλλά για να τιμωρήσει αυτόν που πρόσβαλε το ιερό δίκαιο της φιλοξενίας. Η απόφαση του Μενέλαου να τιμωρήσει την Ελένη στην Ελλάδα, και όχι επί τόπου, δικαιολογημένα προκαλεί υποψίες στην Εκάβη, όπως είναι λογικό.

Η Ελένη, προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, ρίχνει πρώτα την ευθύνη στην Εκάβη, που γέννησε τον ολετήρα Πάρη, ύστερα στην πανίσχυρη θεά Αφροδίτη, στην οποία κανείς, θεός ή άνθρωπος, δεν μπορεί να αντισταθεί, και τέλος στις Τρωαδίτισσες, που την εμπόδιζαν να γυρίσει πίσω στους Έλληνες μετά το θάνατο του Πάρη. Η Εκάβη ανασκευάζει όλες τις ψευδολογίες της ότι δήθεν την είχαν απαγάγει με τη βία και ότι αργότερα ήθελε να φύγει από την Τροία και την εμπόδιζαν. Συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Σε μια τελευταία έκκληση προτρέπει το Μενέλαο να τη σκοτώσει.

Από τα δύο στροφικά ζεύγη στο Γ’ και τελευταίο στάσιμο, το πρώτο περιέχει παράπονα προς το Δία, που δε νοιάζεται καθόλου για τη συμφορά της πόλης, ενώ στο δεύτερο η στροφή περιλαμβάνει θρήνο της Εκάβης και η αντιστροφή κατάρα των οδυρομένων γυναικών για το Μενέλαο: Να συντριβεί το καράβι του στο γυρισμό και να μη σώσει να γύρισει στην πατρίδα του.

Η Έξοδος είναι ένας ατελείωτος θρήνος που κλιμακώνεται εντονότατα με το μοιρολόι για τον Αστυάνακτα και με τον κοπετό για την Τροία, καθώς σωριάζεται ερείπια μέσα στη φωτιά και τον καπνό. Ο Ταλθύβιος με φανερή συγκίνηση φέρνει το πτώμα του παιδιού στην Εκάβη να το θάψει πάνω στην ασπίδα του Έκτορα, αφού η Ανδρομάχη έχει φύγει εσπευσμένα με το Νεοπτόλεμο. Ο ίδιος έλουσε ήδη το σώμα του άτυχου μικρού στα νερά του Σκάμανδρου. Η Εκάβη, ύστερα από μια επίθεση στους άνανδρους Αχαιούς, που φοβηθήκαν ένα αθώο παιδάκι και το σκότωσαν απάνθρωπα, με τη συγκινητική τρυφερότητα που χαρακτηρίζει τον Ευριπίδη όταν πρόκειται να περιγραφούν σχέσεις με το παιδί, θρηνεί απαρηγόρητα για τις χαμένες ελπίδες που σήμαινε γι’ αυτήν ο εγγονός της, για την παιδική του γλυκύτητα, για την αγάπη που του πρόσφερε η ίδια και για τρυφερότητα που δεχόταν από εκείνο. Ο μακρύς θρηνητικός της λόγος συνεχίζεται στον επόμενο κομμό, όσο οι γυναίκες στολίζουν το παιδικό πτώμα με ό,τι μπόρεσαν να περισώσουν από την καταστροφή, συνοδευμένος και από τις θρηνητικές κραυγές του Χορού, που συμβάλλουν στην πένθιμη διαδικασία.

Το γενικευμένο θρήνο για το παιδί διαδέχεται ένας ξαφνικός τρόμος από τις φωτιές που βλέπουν οι γυναίκες πάνω στην ακρόπολη του Ιλίου. Εδώ επιδιώκεται μια τελευταία κορύφωση στο δράμα με τους δαυλοφόρους των Αχαιών να καταστρέφουν πυρπολώντας ό,τι απόμεινε ακόμα από τη δύστυχη πόλη.

Στην κατακλείδα ο Ταλθύβιος ειδοποιεί τις γυναίκες να βιαστούν για να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, η Εκάβη θρηνώντας επιχειρεί να πέσει μέσα στη φωτιά και τη συγκρατεί ο Κήρυκας, οι γυναίκες σφυροκοπούν με τις γροθιές τους το χώμα και κραυγάζουν τον πόνο στους νεκρούς τους σε άκρα απόγνωση, ενώ το κάστρο σωριάζεται συντρίμμια και οι δυνάμεις της καταστροφής μοιάζουν να λυσσομανούν. Από μια τέτοια κόλαση οι αιχμάλωτες γυναίκες ξεκινούν για τη σκλαβιά, με την Εκάβη να σέρνεται ερείπιο από πίσω…

Με προφανή σχολαστικισμό αμφισβητήθηκε η σύνθεση του μεγαλειώδους αυτού έργου και επικρίθηκε από πολλούς η ενότητά του. Ωστόσο η δομή αυτή παρουσιάζει μια διάφανη καθαρότητα, που εξασφαλίζει τη συνέπειά της με τη μόνιμη αναφορά στη δύστυχη Τροία, και ειδικότερα στην καταβασανισμένη Εκάβη. Μετά την αυτοδύναμη πράξη των θεών, το δράμα αρχίζει και κλείνει με έναν πλατύ θρήνο. Στο ενδιάμεσο τοποθετούνται τρία χωριστά επεισόδια, της Κασσάνδρας, της Ανδρομάχης και της Ελένης, που μπορεί να έχουν μια αυτοτέλεια, όμως όλα στοχεύουν στην πλήρη εξουθένωση της άμοιρης βασίλισσας Εκάβης και συνακόλουθα στην κατηγορηματική καταγγελία του πολέμου και του παραλογισμού του.

Οι αναφορές στη σύγχρονη ιστορία μέσα στην τραγωδία αυτή μπορεί να έχουν υπερεκτιμηθεί, δεν μπορούμε όμως να αρνηθούμε τελείως ότι η αγανάκτηση για τις φρικαλεότητες των Αθηναίων στη Μήλο έπαιξε ρόλο στη σύλληψη του δράματος, όπως επιμένει ο Conacher, ούτε ότι η εγκωμιαστική μνεία της Δύσης από το Χορό δεν απηχεί το ενδιαφέρον των Αθηναίων τότε για τις περιοχές εκείνες, τη στιγμή που επίκειται η εκστρατεία στη Σικελία, που συγκινούσε τις καρδιές πολλών Αθηναίων.

Πάνω απ’ όλα όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το ότι ο ποιητής, καθρεφτίζοντας εδώ όλη την αθλιότητα του πολέμου, κυρίως στη μοίρα των γυναικών, επιχειρεί να απευθύνει μια προειδοποίηση το 415 π.Χ. για τη συμφορά και τη δυστυχία που επιφέρει η μάστιγα αυτή σε νικητές και νικημένους, με τη διορατικότητα που διέκρινε πάντα το μεγάλο αυτόν στοχαστή. Η ποιητική αυτή προειδοποίηση του Ευριπίδη αποχτάει προφητικά διαχρονική σημασία, αφού επιβεβαιώνεται πάντα σε όλες τις πολεμικές συρράξεις της ιστορίας, έγινε απολύτως κατανοητή καθώς επαναλήφθηκε και στην εποχή μας με τους δύο παγκόσμιους πολέμους του εικοστού αιώνα και αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη και για το μέλλον της ανθρωπότητας, που διαγράφεται και σήμερα σκοτεινό.

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 2/2)