ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ

Η παράσταση του έργου αυτού πρέπει να έγινε μεταξύ του 411 και 408 π.Χ., με μεγαλύτερες πιθανότητες το 409, και μαζί με την «Αντιόπη» και την «Υψιπύλη» φαίνεται πως συναποτελούσαν μια τριτολογία, όπως δείχνει το περιεχόμενο των δραμάτων και ένα σχετικό σχόλιο στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη.

Εδώ ο Ευριπίδης επαναλαμβάνει το θέμα που γνωρίζουμε από τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου: Την εκστρατεία του Πολυνείκη με τους επτά Αργείους στρατηγούς εναντίον της πατρίδας του Θήβας, τη θανάσιμη φιλονικία του για την εξουσία με τον αδελφό του Ετεοκλή -παιδιά και οι δυο του Οιδίποδα από τον άνομο γάμο του με τη μάνα του Ιοκάστη- και την αλληλοκτονία τους κατά την κατάρα του πατέρα τους, που οι ίδιοι είχαν φυλακίσει, να μοιράσουν κάποτε την κληρονομιά με το ξίφος. Σε πολλά σημεία ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω, ο νεότερος ποιητής διαφοροποιείται από τον προκάτοχο του.

Τον Πρόλογο εκφωνεί η Ιοκάστη, που εδώ επιζεί μετά την αυτοτύφλωση του Οιδίποδα, αντίθετα από ό,τι μαθαίνουμε από το Σοφοκλή στον «Οιδίποδα Τύραννο», και αφηγείται όλα τα τραγικά γεγονότα που προηγήθηκαν: Τη γέννηση του Οιδίποδα παρά το χρησμό που είχε πάρει ο Λάιος, την έκθεσή του στον Κιθαιρώνα για να αφανιστεί, πώς σώθηκε, πώς σκότωσε τον πατέρα του στο μοιραίο τρίστρατο, τη λύση του αινίγματος της Σφίγγας, τον ανίερο γάμο του με τη μάνα του, τη γέννηση των τεσσάρων παιδιών τους, την αποκάλυψη της αλήθειας, την τύφλωση του Οιδίποδα και τη φυλάκισή του από τους γιους του, τη σχετική κατάρα του πατέρα, τη συμφωνία των δυο αδελφών για την ετήσια εναλλαγή στην άσκηση της εξουσίας, το διώξιμο του Πολυνείκη από τον Ετεοκλή που δε θέλησε να παραδώσει το θρόνο στο τέλος του χρόνου, την καταφυγή του αποδιωγμένου στο ‘Αργος και το γάμο του με την κόρη του βασιλιά Αδράστου, την οργάνωση της εκστρατείας των Αργείων που τώρα βρίσκονται προ των πυλών της Θήβας. Τώρα η Ιοκάστη έχει καλέσει το γιο της Πολυνείκη με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να συμφιλίωσε τα δυο παιδιά της έστω και την τελευταία στιγμή.

Στον Πρόλογο ανήκει και ένα είδος τειχοσκοπίας, που επικρίθηκε σαν ξένο σώμα μέσα στο δράμα, ωστόσο συμβάλλει αναμφισβήτητα στην προβολή του κινδύνου που απειλεί την πόλη: Στη στέγη της σκηνής εμφανίζεται ο Παιδαγωγός με την Αντιγόνη και κατονομάζει τους επιδρομείς, ενώ η κόρη αντιδρά δείχνοντας το φόβο της, αλλά και την τρυφερότητά της για τον αδελφό που στερήθηκε τόσον καιρό.

Στην Πάροδο παρουσιάζεται ένας πρωτότυπος Χορός, κάπως εξωτικός, από γυναίκες της Φοινίκης, από τις οποίες πήρε και το όνομά της η τραγωδία. Δεν είναι λοιπόν οι Θηβαίες του Αισχύλου. Οι γυναίκες αυτές είναι σταλμένες από την Τύρο της Φοινίκης ως αφιέρωμα στο μαντείο των Δελφών, και στο πέρασμά τους σταθμεύουν για μια ανάπαυλα στη Θήβα, την πόλη που ίδρυσε κάποτε ο Κάδμος, όταν ήρθε από τη Σύρο αναζητώντας την Ευρώπη, ώστε έχουν κάποια σχέση με την πόλη που απειλείται τώρα. Εδώ ο Χορός αυτοπαρουσιάζεται, μιλάει για τον ιερό προορισμό του και εκφράζει την αγωνία του για την τύχη της συγγενικής πόλης, δείχνοντας και κάποια συμπάθεια προς τον αδικημένο Πολυνείκη.

Στην αρχή του Α’ Επεισοδίου εμφανίζεται ο Πολυνείκης φοβισμένος από την αφύσικη θέση του να έρχεται ως εχθρός στη δική του πατρίδα και παρουσιάζεται στο Χορό, που τον χαιρετάει προσκυνώνοντας κατά τα έθιμα της Ανατολής και καλεί την Ιοκάστη να βγει από το παλάτι. Σέρνοντας τα βήματα από τα γηρατειά η μάνα του δείχνει την αγαλλίασή της στο αντίκρισμα του γιου της, για το δίκιο του οποίου δεν αμφιβάλλει, και φλέγεται να μάθει τα δεινά της εξορίας, για τα οποία και των Αθηναίων ακροατών το ενδιαφέρον είναι έντονο με τους πολλούς εξόριστους που υπάρχουν την εποχή εκείνη. Ο νέος εκφράζει τη βαθιά του πίκρα, γιατί έρχεται ως εχθρός στο πατρικό του χώμα, που ξαναβλέπει κατασυγκινημένος, ελπίζει όμως πως η μάνα του θα μπορέσει να συμφιλιώσει τους δυο αντιπάλους.

Στο μεταξύ καταφθάνει και ο Ετεοκλής δυσφορώντας που αναγκάστηκε με την πρόσκληση της μάνας του να διακόψει την παράταξη των δυνάμεών του για τη μάχη και που ο επιδρομέας αδελφός του βρίσκεται μέσα στην πόλη. Με την παρέμβαση της Ιοκάστης ακολουθεί ο αγώνας λόγων των δυο αδελφών, όπου ο καθένας υπερασπίζεται το δίκιο του. Ενώ στον Αισχύλο ο Πολυνείκης εμφανίζεται ως απάνθρωπος επιδρομέας στην πατρίδα του και ο Ετεοκλής είναι ο αφοσιωμένος υπερασπιστής της Θήβας, εδώ ο Πολυνείκης κερδίζει τη συμπάθεια με το δικαίωμα της νόμιμης διεκδίκησης, με την προθυμία του για συμφιλίωση και με την αγάπη του για την πατρίδα και τη μητέρα του, αν και δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ενοχή της επιδρομής εναντίον της χώρας του, ενώ ο Ετεοκλής σκιάζεται από την παθιασμένη αρχομανία του, καθώς χαρακτηρίζει την τυραννίδα ως μέγιστη θεότητα που δεν πρόκειται να εγκαταλείψει.

Με έναν μακρό λόγο της η Ιοκάστη απαντάει στα παιδιά της, επικρίνοντας έντονα τον Ετεοκλή για τη φιλοδοξία και την πλεονεξία του, που είναι η χειρότερη θεότητα, και του επισημαίνει ότι έχει να διαλέξει ανάμεσα στο καλό της πόλης και την τυραννίδα. Σύντομος ο λόγος της προς τον Πολυνείκη του θυμίζει πως η νίκη του σημαίνει καταστροφή της πατρίδας του και η ήττα του προβληματική επάνοδο του στο ‘Αργος μέσα στην ντροπή και την καταισχύνη.

Το επεισόδιο συνεχίζεται με την έντονη αντιπαράθεση των δυο αδελφών σε στιχομυθίες, ακόμα και αντιλαβές, όπου τα μέτωπα παραμένουν σταθερά με αλληλοκαταγγελίες, με την άρνηση του Ετεοκλή στο αίτημα του αδελφού του να δει τον πατέρα και τις αδελφές του και με την αδίσταχτη δήλωση και των δύο ότι θα αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλο με το ξίφος, δήλωση που προετοιμάζει την αλληλοκτονία τους.

Μετά το 1ο Στάσιμο, όπου ο Χορός ψάλλει την ίδρυση της Θήβας από τον Κάδμο και παρακαλεί το γενάρχη Έπαφο, τη Δήμητρα και την Περσεφόνη να σώσουν την πόλη, ακολουθεί το Β’ επεισόδιο, σύντομο σχετικά, που έχει περισσότερο χαρακτήρα προετοιμασίας για την επικείμενη μάχη. Σε μια στιχομυθία ο Κρέοντας απορρίπτει διάφορες προτάσεις επιθετικής τακτικής του Ετεοκλή και προκρίνει να επανδρωθούν οι επτά πύλες της πόλης. Στο τέλος του επεισοδίου αυτού ο Ετεοκλής, στο σύντομο λόγο του, συμφωνεί με την πρόταση του Κρέοντα, αποφεύγει όμως να κατονομάσει τους υπερασπιστές των πυλών με πρόσχημα την πίεση του χρόνου, πράγμα που, κατά τον Lesky αποτελεί επίκριση του Ευριπίδη προς τον Αισχύλο, που έδωσε τόσο μεγαλοπρεπή έκταση στο θέμα αυτό. Στη συνέχεια προετοιμάζει το επεισόδιο με το Μενοικέα ζητώντας από τον Κρέοντα να τον στείλει να συμβουλευτεί τον Τειρεσία, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να το κάνει εξαιτίας των εχθρικών σχέσεών του με το μάντη, και, για την περίπτωση που θα χαθεί και ο ίδιος στη μάχη, του ζητάει να φροντίσει το γάμο της Αντιγόνης με το γιο του τον Αίμονα και να μην ταφεί σε θηβαϊκή γη ο Πολυνείκης, αν νικήσει η πόλη, θέματα που προβάλλονται στο τέλος της τραγωδίας. Φυσικά όσοι θεωρούν νόθο το τελευταίο μέρος του έργου απαλείφουν και εδώ τους στίχους που αναφέρονται σ’ αυτό.

Στο 2ο Στάσιμο ο Χορός θρηνεί για τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει η πόλη υστέρα από την τραγική μοίρα του Οιδίποδα και την κατάρα του, που προκάλεσε τη θανάσιμη διχόνοια των γιων του. Αμέσως μετά, το Γ’ επεισόδιο επικεντρώνεται στην αυτοθυσία του Μενοικέα: Ο Τειρεσίας, που έρχεται με το Μενοικέα οδηγημένος από την κόρη του, ύστερα από πολλούς δισταγμούς -όπως και στον «Οιδίποδα» του Σοφοκλή- αποκαλύπτει πως, για να σωθεί η πόλη, πρέπει να θυσιαστεί ο μικρός γιος του Κρέοντα. Ο Άρης, λέει, οργισμένος με τον Κάδμο, γιατί του σκότωσε τον Δράκοντα, επιμένει να πεθάνει ένας από τους Σπαρτούς, που γεννήθηκαν από τα δόντια εκείνου. Ο Κρέοντας τρομάζει και μάταια εκλιπαρεί το μάντη να μην αποκαλύψει τη μαντεία αποφασισμένος να σώσει το γιο του, που τον προστάζει να φύγει αμέσως για τη Δωδώνη. Ο Μενοικέας, για να καθησυχάσει τον πατέρα του, προσποιείται ότι συμφωνεί, αποφασίζει όμως ηρωικά να θυσιαστεί για την πατρίδα του. Ετσι προβάλλεται ακόμα μια νεανική φωτεινή μορφή στη δραματουργία του Ευριπίδη.

Στο 3ο Στάσιμο ο Χορός θυμάται τον τρόμο που άπλωσε στη Θήβα η Σφίγγα, τη λύση του αινίγματος της από τον Οιδίποδα, τη συμφορά που ακολούθησε ως τη διαμάχη των δυο γιων του και καταλήγει εκφράζοντας το θαυμασμό του για τη στάση του γενναίου παλικαριού που αυτοθυσιάζεται.

Στο Δ’ Επεισόδιο ο Αγγελιοφόρος, σε μια μακρά αγγελική ρήση χωρισμένη σε δύο μέρη, ανακοινώνει πρώτα στην Ιοκάστη πως δυο παιδιά της ζουν, καθησυχάζοντας έτσι τη μητρική της αγωνία, και ύστερα περιγράφει λεπτομερειακά την αντιπαράταξη των δυο στρατευμάτων μπροστά στις πύλες. Το πρώτο μέρος της αφήγησης κλείνει με μια εικόνα κάπως ευνοϊκή για τους πολιορκημένους. Λείπει βέβαια η μεγάλη ενάργεια στην περιγραφή των στρατιωτικών επιχειρήσεων, πράγμα όμως δικαιολογημένο για τον Ευριπίδη που αποστρέφεται τον πόλεμο. Στο δεύτερο μέρος, με την επιμονή της Ιοκάστης να μάθει τα σχέδια των γιων της, υστέρα από έντονους δισταγμούς ο Αγγελιοφόρος αποκαλύπτει ότι αποφάσισαν να μονομαχήσουν μέχρι θανάτου και προτρέπει τη μάνα να τρέξει να τους εμποδίσει. Καταταραγμένη εκείνη καλεί την κόρη της Αντιγόνη να τη συνοδεύσει, αποφασισμένη να σταματήσει τη μονομαχία ή να πεθάνει και η ίδια με τους γιους της.

Με το 4ο Στάσιμο σε ένα στροφικό ζεύγος ο Χορός εκφράζει τη συμπόνια του για τη δύσμοιρη μάνα και θρηνεί για τη μαύρη μοίρα των Λαβδακιδών, που οδηγεί τα δυο αδέλφια σε ανίερη αλληλοεξόντωση.

Στην Έξοδο, την ώρα που ο Κρέοντας βυθισμένος στον πόνο του ψάχνει την αδελφή του να θάψει το δύστυχο γιο του, εμφανίζεται ένας δεύτερος Αγγελιοφόρος. Σε δύο μέρη πάλι, αφηγείται πρώτα τη θανάσιμη μονομαχία των δυο αδελφών και τον αλληλοσκοτωμό τους και ύστερα την αυτοκτονία της Ιοκάστης με ένα ξίφος που άρπαξε από τους νεκρούς, αφού δέχτηκε την αγάπη από τον ετοιμοθάνατο Ετεοκλή, αλλά και τη μεγάλη τρυφερότητα του Πολυνείκη, που πεθαίνοντας σκέφτεται τη μάνα και τις αδελφές του, ακόμα και το νεκρό αδελφό του, και παρακαλεί να τον θάψουν στην πατρική γη. Ξεχωρίζει έτσι ακόμα μια φορά από τον άτεγκτο αδελφό του. Ο Αγγελιοφόρος περιγράφει στο τέλος την ένοπλη σύγκρουση των δυο στρατευμάτων για την τελική νίκη, που καταλήγει στην τροπή σε φυγή των Αργείων από τους Θηβαίους.

Μετά τους πέντε αναπαιστικούς στίχους του Χορού, που αντικρίζει τη φρίκη καθώς καταφθάνουν τα τρία πτώματα των νεκρών, αρχίζει ουσιαστικά το τελευταίο μέρος του έργου με τη θρηνητική μονωδία της Αντιγόνης, που καλεί στο τέλος τον τυφλό Οιδίποδα να βγει έξω από το παλάτι και θρηνούν μαζί τη συμφορά που έφερε η κατάρα του πατέρα, όπως δε διστάζει να του επισημάνει η κόρη του.

Ύστερα από μακρά σιωπή ο Κρέοντας, ως νέος άρχοντας της χώρας με σχετική εξουσιοδότηση του Ετεοκλή, ανακοινώνει το γάμο της Αντιγόνης με τον Αίμονα και την απέλαση του Οιδίποδα. Ο τελευταίος σε ένα θρηνητικό λόγο του ανατρέχει στα δραματικά γεγονότα της καταραμένης ζωής του, που τα αποδίδει σε θεϊκή επενέργεια, και μόνο όταν στο τέλος, αν και κατασυντριμμένος, αρνείται να ικετεύσει τον Κρέοντα θυμίζει κάπως το μεγαλείο του Σοφόκλειου Οιδίποδα, που αναμετριέται αγέρωχος με την τερατική του μοίρα.

Ο Κρέοντας επαναλαμβάνει την ανάγκη να φύγει ο Οιδίποδας από τη χώρα που μολύνει η παρουσία του, απαγορεύει ρητά την ταφή του Πολυνείκη και διατάσσει την Αντιγόνη να περιμένει στο παλάτι το γάμο της με τον Αίμονα. Η Αντιγόνη σε μια έντονη στιχομυθία με τον Κρέοντα τον ελέγχει πρώτα για την αποπομπή του πατέρα της και για την ανόσια απαγόρευση της ταφής του αδελφού της και ύστερα δηλώνει πως θα θάψει η ίδια τον Πολυνείκη και θα συνοδέψει τον πατέρα της στην εξορία. Όσο για το γάμο της με τον Αίμονα φτάνει στο σημείο να απειλήσει πως θα γίνει Δαναΐδα και θα τον σκοτώσει! Αγανακτισμένος με τη στάση της ο Κρέοντας αποχωρεί οργισμένος από τη σκηνή.

Σε μια στιχομυθία που ακολουθεί ανάμεσα στον Οιδίποδα και στην Αντιγόνη ο πρώτος δηλώνει πως είναι έτοιμος να πάρει το δρόμο της περιπλάνησης μόνος, η κόρη του όμως είναι αποφασισμένη να τον συντροφέψει Ύστερα τον οδηγεί για τον τελευταίο τρυφερό αποχαιρετισμό των τριών πτωμάτων και ο πατέρας αποκαλύπτει τη μαντεία ότι θα βρεθεί στον Κολωνό της Αττικής. Με το θρήνο τους συνοδεύουν την αποχώρησή τους, ενώ η Αντιγόνη δηλώνει πάλι πως θα θάψει τον αδελφό της διακινδυνεύοντας και τη ζωή της. Προβληματική φαίνεται η συμβουλή του Οιδίποδα στην κόρη του να καταφύγει στις Μαινάδες του Βρόμιου. Πώς και πότε;

Το έργο κλείνει με έξι τροχαϊκά τετράμετρα του Οιδίποδα, θυμίζοντας έντονα τα λόγια με τα οποία κλείνει ο «Οιδίποδας» του Σοφοκλή: Θρηνεί για την οδυνηρή πτώση του ξακουστού ήρωα που έλυσε κάποτε το αίνιγμα της Σφίγγας και τώρα κατασυντριμμένος και καταφρονεμένος είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί τη σκληρή του μοίρα. Ο Χορός σε ένα τρίστιχο, όπως και σε άλλες τραγωδίες του Ευριπίδη, επιλέγει παρακαλώντας για τη νίκη.

Οι «Φοίνισσες», που εκτείνονται σε 1.766 στίχους, είναι η εκτενέστερη τραγωδία από όσες μας έχουν σωθεί και, παρά τα άπειρα προβλήματα που θέτει, επισημασμένα ήδη από την αρχαιότητα, ανήκει στα πιο πολυδιαβασμένα έργα του Ευριπίδη και κίνησε το ενδιαφέρον σε μεταγενέστερες εποχές επηρεάζοντας πολλούς δημιουργούς, όπως τον Schiller.

Το κύριο πρόβλημα που ανακύπτει είναι το πόσο μεγάλο είναι το ποσοστό των παρέμβλητων στίχων, που έκανε ορισμένους μελετητές να χαρακτηρίσουν το έργο ως τέλειο συμπίλημα και να μιλούν για πλήρη αποσύνθεση. Ο Page μάλιστα αμφισβήτησε ριζικά τη γνησιότητα ολόκληρου του μέρους από το στ. 1582 ώς το τέλος. Στην περίπτωση όμως αυτή είναι ανάγκη να εξοβελιστούν και πολλά σημεία από τα προηγηθέντα, που βρίσκουν ανταπόκριση στο μέρος αυτό και δε δικαιολογούνται αλλιώς. Η προσπάθεια να διασωθεί το τελευταίο μέρος σκοντάφτει στην ερώτηση: Πότε η Αντιγόνη θα πραγματοποιήσει την ταφή του αδελφού της, αφού φεύγει να συνοδέψει στην εξορία τον πατέρα της; Να πούμε ότι αυτό θα συμβεί μετά το θάνατο του Οιδίποδα στον Κολωνό, οπότε μπορεί να δικαιολογηθεί και η περίεργη σύσταση του πατέρα της να καταφύγει στις Μαινάδες;

Για την ώρα είναι ερωτήματα αναπάντητα, που απασχολούν έντονα τους ερευνητές. Οι μελετητές ωστόσο που επιμένουν στην ενότητα του έργου χρησιμοποιούν για κριτήριο τη συγκέντρωση του γύρω από μοίρα και τη σωτηρία της πόλης, αλλά και τη συμπλοκή της τύχης με τη μοίρα των Λαβδακιδών.

Η σκηνή του Μενοικέα, που βρίσκεται περίπου στη μέση του δράματος, οριοθετεί την εκκίνηση, με την πορεία της δραματικής κατάστασης, την προσπάθεια για συμφιλίωση των δυο αδελφών και τις πολεμικές προετοιμασίες, και την κατάληξη με τις μεγάλες σκηνές των δυο αγγελιοφόρων και τους σχετικούς θρήνους. Όσο για το πρόβλημα που αναφύεται στο τέλος με το επεισόδιο της Αντιγόνης, θα μπορούσε κανείς να βρει αντιστοιχία με τον Πρόλογο, όπου η Αντιγόνη έχει επίσης έναν ξεχωριστό ρόλο.

Με αφορμή την ακαταμάχητη φιλοδοξία και απληστία, που ενσαρκώνει κυρίως ο Ετεοκλής, μπορούν να διαπιστωθούν στις «Φοίνισσες» πολιτικές αναφορές, στις οποίες αρέσκεται συχνά ο Ευριπίδης. Καταγγέλλεται δηλαδή και εδώ το κλίμα αυτό της φιλαρχίας που διαβρώνει με γοργό ρυθμό την αθηναϊκή δημοκρατία στα χρόνια που γράφεται η τραγωδία. Είναι θέματα που επισημαίνονται και στο Θουκυδίδη. Τη φωτεινή εξαίρεση μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει αποτελεί φυσικά ο νεαρός Μενοικέας, που συγκεντρώνει όλο το φως και τις ελπίδες.

Καταλήγοντας θα πρέπει να επισημάνουμε και το προσωπικό δράμα του Ευριπίδη, που πριν περάσουν δυο χρόνια από την παράσταση της τραγωδίας αυτής, όπου καταγγέλλονται με μελανά χρώματα τα βάσανα της εξορίας, αναγκάζεται να πάρει και ο ίδιος τον επώδυνο αυτόν δρόμο καταφεύγοντας στην αυλή του Αρχέλαου στη Μακεδονία, εν πλήρει γνώσει των δεινών που πρόκειται να αντιμετωπίσει…

Επιστροφή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (Ευριπίδης 2/2)